Έκφραση για κάποιον που αργεί να ετοιμαστεί, σαν να ετοιμάζεται για να διαλέξει νύφη.
Κτσαρίδας:
Κουτσός.
Του φλάει του πόδι ‘τ γλέπ’ς; μ φαίνιτι είνι κτσαρίδας.
Κλείδωσι τη πουόρτα μη μπεί κανιένας μιέσα κι μας κάνε νοικοκύρ’δες:
Εφιστώ την προσοχή, και παίρνω μέτρα προστασίας για τυχόν διάρρηξη ιδιοκτησίας.
-Τα άφκα τα λπτά απάν στού τραπιέζ.
– Κλείδουσι τη πουόρτα μη μπεί κανιένας μιέσα κι μας κάνι νοικουκύρ’δες, κι κρύφτα τα λπτά μη τα γλέπ ου ιένας κι ου άλλους.
Κριτσανίθρα:
Ο χόνδρος πού βρίσκεται στο κρέας.
Άμα φας τού κρέας νάμ μιτά την κριτσανίθρα.
Δε κάλιασι:
Δεν έτυχε, δεν ταίριαξε.
Δε κάλιασι να βρού τούν Μήτσου να τ’ πού να κανουνίς’ να φιέρ’ την κουμπίνα να θιρίσουμι τα στάρια.
Κουρέτζιλα:
Κουρέλια.
Άι τράβα κι ντύς να πάμι στην ικκλησία, απ’ μού σι ακόμα μι τα κουρέτζιλα!
Τούν νού’τ στούν κουρήτου τούν ιέχ’:
Ο νούς του είναι στο φαγητό. Κουρήτος είναι η ταΐστρα των ζώων, λαξευμένη σε κορμό δέντρου.
Μάζιψι τα πουδάρια’ς μπάκι κάν’ς κανιά δλειά, τούν νού’ς στούν κουρήτου τούν ιέχ’ς.
Τι μαϊέρεψα; τη μία κατσαρόλα μές την άλλ’
Δεν μαγείρεψα τίποτα.
-Μαρή Τασία τι καλό μαϊέρεψες σήμιρα;
-Τι μαϊέρεψα; τη μία κατσαρόλα μες’ την άλλ’
Δε καλοσκέρ’σα μια καταψιά:
Δεν δοκίμασα πρώτος μια μπουκιά φαί.
Ιγώ μαϊέρεψα κι δε καλοσκέρ’σα μια καταψιά φαί. Δεν άφ’καν τίπουτας τα λιμασμένα, σα να μη ματαξάειδαν φαί.