Σαρμάκο: Αμίλητος. Κάνι σαρμάκο ισύ κι μη λές πουλλά γιατί δι ξιέρ’ς. Τώρα σε βλέπω μ’ άλλονε και `γω κάνω σαρμάκο, γιατί ταιριάζει τ’ όνομα, για να με λένε Μάρκο, Απόσπασμα απο τραγούδι τού Μάρκου Βαμβακάρη ο Μάρκος κάνει σαρμάκο.