Κατηγορία: Μ

Ματσιαλάω:

Μασάω.

Τι ματσαλάς ιέτ’ς κλείστου του στόμα’ς.

Μούτος:

Μουγκός.

Τίποτας μούτο μι πέρασις κι δε θα πω κβέντα απ’ αυτά απ’ γλέπου;

Μπλάνα:

Κομμάτι χώματος στερεοποιημένο. Σαν χαρακτηρισμός το ογκώδες άτομο.

Οταν ουργών’ς του χουράφ’ γιομίζ’ μπλάνες.

Μσκίδ:

Μούσκεμα.

Μπέκα στού σπίτ’ θα γιέν’ς μσκίδ απ’ τη βρουχή!

Μπλαρκό:

Το μουλάρι, επίσης και χαρακτηρισμός για κάποιον που κουβαλάει κάτι.

Τι μι φόρτωσις ωρέ σα του μπλαρκό;

Μαναχιάτ’ς:

Μόνη της.

Αϊ μουρέ την καημέν’, πέθανι ού άντρατ’ς κι ανέμκε μαναχιάτ’ς.

Μαντανία:

Είδος σκληρού παπλώματος.

Σκιέπασι τούν γίκο μι μιά  μαντανία.

Μυαλοκομμένος:

Ανόητος,αυτός που το μυαλό του δεν έχει πήξει.

Καλά ντίπ μυαλοκομένος είσι κι κάν’ς αυτές τς’ χαζαμάρες;

Μπράσκα:

Φρύνος.

Σαν χαρακτηρισμός για κάποιον που είναι ευτραφής και αργοκίνητος.

Σα μπράσκα γίνγκες, σταμάτα κανιά βολά, ούλου ματσαλάς.

 

 

error: Content is protected !!