Κατηγορία: Μ

Μολεύκα:

Μολύνθηκα.

Κάρφουσα τού χιέρι’μ μι μια πρόκα κι μολεύκα.

Μολτίρ’:

Σαμιαμίδι.

Γιόμσι τού νταβάν’ μουλτίρια.

Μούμτζας:

Εντομο, και σαν χαρακτηρισμός το ανόητο άτομο.

Μπάκι καταλαβαίν’ς; αφού είσι μούμτζας!

Μούτος:

Μουγγός.

Ισύ μ’ μλές γιατί μούτεψες;

Μπακανιάρ’κο:

Αδύνατο καχεκτικό.

Φάι μιά στάλα απ’ όχς γιέν’ σα μπακανιάρ’κου.

Μπακάνιασα:

Εσκασα για νερό.

Βάλι’μ γλήγουρα νερό γιατί μπακάνιασα μ’ αυτήν την ζιέστα.

Μπαμπατσέλια:

Κομματάκια.

Τι μπαμπατσέλια είν’ αυτά απ’ μόβαλες για φαί, βάνεμ’ λίγου ακόμα.

Μπάξω:

Χτυπώ.

Ας μπάξου μία! να ιδείς τούν ουρανό σφουντήλ’

Μπουλουβίνα:

Τα μεγάλα κομμάτια χώματος όταν γίνεται το όργωμα. Σαν χαρακτηρισμός το παχύ άτομο.

Ιέτς απ’ τρώς θα γιέν’ς σα μπουλουβίνα κι να ιδού πως θα σι παντρέψου.

error: Content is protected !!