Σιγά το πράμα, οχι ιδιαίτερης προσοχής.
-Ηρθι κι ου μπατσανάκη’ς ιψέ στού τραπιέζ’.
-Αμα ήρθι, μιγάλ’ αρχιδουκρέμασ’! για αυτό μ΄έτρουγαν.
Σιγά το πράμα, οχι ιδιαίτερης προσοχής.
-Ηρθι κι ου μπατσανάκη’ς ιψέ στού τραπιέζ’.
-Αμα ήρθι, μιγάλ’ αρχιδουκρέμασ’! για αυτό μ΄έτρουγαν.
Τα απόκρυφα του άνδρα.
Κούμπουσι αρέ τα βρακιά’ς, φιένουντι τα π’τσιά’ς.
Πρός τα πέρα και πρός τα εδώ. Σαν έκφραση μειωτικά, ειρωνικά για κάποιον (α), που είναι απο δώ κι απο κεί, δηλαδή δεν στερειώνει πουθενά, και που δεν κάνει για οικογένεια, ή έχει χαλαρά ήθη.
Αυτήν θα πάρ’ς απ’ ούναι σιαπέρα κι σιαδώθε; αυτήν μάνα’μ δε κάν’ για σπίτι’ ρώτ’σα ιγώ κι έμαθα.
Θα σπάσει η φούσκα μου, η ουροδόχος κύστη.
Στέκα να κατρήσου γιατί θα σπάσ’ η κατρήθρα’μ κι θα κατριστού απάνεμ’!
Έκφραση που σημαίνει “Θα κάνω ότι θέλω”, “Δεν θα σου πάρω την γνώμη”.
-Τι είνι αυτόνο απ’ πήγις κι αγουόρασις, θέλου να ιδού τι θα τού κάν’ς;
-Ότ θέλου θα κάνου , δε θα σι πάρου απ΄του χιέρ’.
Μύρισες χώμα, (τάφου).
Ειρωνικά λέγεται σε κάποιον που είναι υποχόνδριος, και φοβάται διαρκώς οτι θα πεθάνει.
-Μι πουνάει ιδώ χαμ’πλά στη κλοιά’μ ποιός ξιέρ’ τι ιέχου;
-Ναι μπάκι ιέχ’ς καμπόσου; Μύρ’σες χουματίλας!
Τα θηλυκά γεννητικά όργανα. Το πράμα της.
Τι να σ’ λέου! κριέμασι τα μούτρατ’ς μιέχρι του χαμπέριτ’ς, τόσο φούρκα ήταν.
Δεν είχα καμία κάψα, σε είχα μια κάψα!
Μπά! μού’ρθες; τουραϊάς σι κάηκα!