Σκουπιδάκι.
Μ’μπήκι ιένα τσάχαλου μες’ το μάτ’, δε μπουρού να του βγάλου.
Σκουπιδάκι.
Μ’μπήκι ιένα τσάχαλου μες’ το μάτ’, δε μπουρού να του βγάλου.
Τριμμένο ψωμί σε γάλα, ή σε φαγητό λαδερό, ή σαλάτα.
Σκ΄θκα του προυί, ιέφαγα μια τριψάνα κι κίν’σα κατ’ του χουράφ.
Κουράζομαι.
Τένιασα απ’ τς’ δλειές δε μπουρού άλλο.
Σαγόνια. Σαν χαρακτηρισμός για κάποιον που είναι φλύαρος.
Σκάσι γιατί θα στα σπάσου τα τσαούλια.
Μωρέ τι τσαουλάνθρουπους είναι αυτούνους; άπαυα τα τσαούλια’τ.
Κοιτάζω.
Τι μι τράς ιτσά; μπάκαι δε μι ξιέρ’ς
Τώρα δα.
Τωραϊάς να ρθείς να φάς, γιατί θα του μαζιέψου του τρπιέζ’
Σφίγγομαι.
Τανίσκα τανίσκα τίποτας! ούλη την νμέρα στού μέρους καθέμαν.