Το αριστερό, ανάποδο, αριστερή πλευρά. Το σκιερό μέρος, που δεν το χτυπάει το φώς τού ήλιου.
Πούντιασαμι ιδώ απ’καθέμαστι, ιδωϊάς είνι ζερβό, πάμι να καθήσουμι απ’ την άλλ(η) απ’όχ(ει) ήλιου!
Άρρωστο.
Ζαρίφκ’κου μ’ φένιτι αυτό τού κτά’β.
Οταν ένα ζώο είναι στόν καιρό του για ζευγάρωμα.
Μ’ φένιτι ουότ’ ζητάει η σκύλα, μπάκαι ιέχ’ς κανά τσουπανόσκ’λο να τς’ φιέρουμι;
Κυνηγόσκυλο. Μεταφορικά και για κάποιον που στέκεται και περιμένει υπομονετικά να πάρει πιστά εντολές.
Τι στέκεσαι ωρέ ουόξου σαν του ζαγάρ’; μπέκα* μέσα.
*Μπές.
Φορτώνομαι.
Ζαλώθκα τα ξύλα στη πλάτη’μ κι πήρα τούν κατήφουρου.
Τρελλή. Μεταφορικά η σημαία που την πάει πέρα δώθε ο άνεμος.
Τέτοια ζουρλουπαντιέρα απ’ ούσι;
Κάθε μορφής μικρό ζώο.
Αγιέμ’ τι ζούμπερου είναι αυτόνο;