Κλαψουρίζω.
Όταν στά ‘λεγα δε μ’ άϊκγις! τώρα τί μ’ μουτζουκλαίς να σι λυπ’θού! δε σι λ’πάμι ντίπ.
Κλαψουρίζω.
Όταν στά ‘λεγα δε μ’ άϊκγις! τώρα τί μ’ μουτζουκλαίς να σι λυπ’θού! δε σι λ’πάμι ντίπ.
Το παιδί που είναι γεμάτο ψείρες, εξού και μαύρο. Μειωτικά για αδύναμο καχεκτικό ταλαιπωριμένο παιδί.
Ατήρα αυτόνο του πιδάκ’ είνι ντίπ μαυρουψειριασμιένου του καημένου! να τ’ δώκουμι κατ’ να φάει.
Παραδοσιακή πίτα της Ρούμελης χωρίς φύλλο, με βάση το καλαμποκάλευρο και χόρτα άγρια.
Π’να σι πάρ’ κι να σι σκώς’ την ιέκαψις τη μπαμπανέτσα.
Τελείωσε.
Πάει του κρασί μπίτσ’ε, πάαινε να φιέρ’ς λίγου να πιούμι να τσουγκρίσουμι.
Διήγηση.
Ατήρα ικεί απ’θα πάμι σαν μουσαφιραίοι, μη τρώς σα λιμασμένου κι μας μουλουγάν μιτά στού κόσμου!
Άσπρο αρνί.
Κάτω κει στην ποταμιά έβοσκαν καμπόσα αρνιά. Άλλα μπέλα κι άλλα ρούσα κάθομαν και τα κοιτούσα.
Σκωπτικό δημοτικό της αποκριάς της Δυτικής Μακεδονίας.
Νάρκισσος.
Εμένα η μάναμ’ μ’ έστειλε να μαζέψω μανουσάκια
Μανουσάκια, μανουσάκια μόσχος και γαρυφαλάκια.
Σρτοφή απ το γνωστό δημοτικό τραγούδι.
Στειρώνω.
Μουνούχ’σα κι τούν τράγου κι ουόταν θα σφαχτεί δε θα μυρίζ’ ντίπ στου μαϊέρεμα.
Κοιλιά, προκοίλι.
Τι μπρουστούρα είν’ αυτήν ωρέ;