Κατηγορία: Μ

Μαρμάγκα:

Δηλητιριώδης αράχνη.

Θα μας φάει η μαρμάγκα, σ’έφαε η μαρμάγκα, μεταφορικά οτι μας βρήκε κακό.

Μπαστάρδ’:

Μπάσταρδο.

Απευθύνεται και υποτιμητικά σε κάποιον.

Αϊ σαπέρα ρε μπαστάρδ’.

Μανάρ’, μαναράκ’:

Μικρό αμνοερίφιο που τρέφεται ειδικά με προορισμό να το σφάξουν νεαρό.

Αφκτου λίγου ακόμα του μαναράκ’ κι τού σφάζουμε τη λαμπρή.

Μπουμπάρ’:

Παραδοσιακό Χριστουγεννιάτικο έδεσμα απο έντερο του χοιρινού, με

μπλουγούρι (πλιγούρι)

4 πράσα ψιλοκομμένα

1 πνευμόνι χοιρινό

1 παχύ έντερο από χοιρινό

Έγγλισσες (Το λιπαρό μέρος του εντέρου)

½ κιλό κιμά χοιρινό

Αλάτι

Πιπέρι

Μπάκαι:

Μήπως.

Μπάκαι χαλάσ’ ου κιρός;

Μπράσκα:

Φρύνος, είδος βατράχου που είναι ογκώδης και αργός στην κινησή του. Υποδηλώνει όμως σαν έκφραση και έναν παχύ άνθρωπο. Α γιέμ σταμάτα να τρώς άλλου, σα μπράσκα θα γιέν’ς!

Μπάκακας:

Βάτραχος.

Αϊκγιες* τα μπακακάκια ιψέ; άπαυα!

*Αϊκγιες, άκουγες.

Μουτλάκ ή Μουλτλάκ:

Οπωσδήποτε.

Τούρκικης προέλευσης λέξη.

Είχις δίν είχις το θκό’ς τού θκούτσκους’ ιέκανις! Μουτλάκ ικεί! ιέπρπι να τη φας τη λαχανόπτα, κι άφσις κι άπλυτου τού ταψί.

error: Content is protected !!