Ξεβράκωτος, γυμνός.
Σι πήραν τα καλοκιαίρια ισιένα και μ’ βγήκις ξιμπλέτσουτους σα όξου;
Ξεθεώθηκα.
Ξεντζανιάσκα απ’ τς δλειές ιψές, δε μπουρού άλλου, σιήμιρα λέου να ξαπουστάσου.
Φτύνω με φλέματα.
Τι ξιρουχαλιάεσι μπρουστά στού τραπεζ’; αϊ κάνι σα κεί!
Ξεθεώθηκα.
Μι ξεσβέλιασι απ’ τη δλειά δι μ’ άφκι να προυσφαίσου ούτι μια μπουκιά ψουμί.
Ξεπάγιασα.
Σύκου να φύφγουμι απ’ ιδώϊας ιέχ’ ρεύμα κι ξιπάϊασα, άϊτι αναμέρα.
Κουτσομπολιό.
Ιέμαθα ιψές στού καφινείου πως μι ξόμπλιαζις σ’ ουλνούς.