Ο παλαβός ραγιάς.
Δε ξιέρ’ς τι παλαβοραϊάς είνι αυτούνος! Θα να τς βάν’ ουλνούς σι σιειρά μές το σπίτ’.
Αλωνιστική μηχανή. Ειρωνικά για λαίμαργη και ευτραφή γυναίκα.
Σιγά μαρή σταμάτα να ματσαλάς, σα πατόζα ιέχ’ς γιέν’
Κάηκα.
Κάτσι μακριά απ’ τον τζάκ’ γιατί τα πουρνάρια κι του πιεύκου, ουόταν κιέγουντι τσουκανάν κι μπουρεί να σι πριτσαλίσ’νε.
Αρκετά κρύο.
Όϊ μάνα’μ τι κρύου είνι αυτόνο; παταούδιασαν τα πουδάρια’μ.
Παντρεύτηκες.
Αρέ ακουόμα δε παντρευ’ κες;
Τρώω ψωμί συνοδεύοντάς το με κάτι άλλο.
Προσφάϊστου του ψουμί μι το τρώς μαναχό’τ.
Πρόβατο.
«Ήξερα ποιό πρόβατο λέγεται λάγιο, ποιό μπέλο, ποιό κάλεσιο, ποιό κότσινο, ποιό μπάλιο, και ποιό γίδι λέγεται νιάγκρο, ποιό φλώρο, ποιό κανούτο, ποιό μπούτσικο, ποιό μπάρτζο, ποιό καπνόμπαρτζο, ποιό μετσένιο, ποιό γκάλμπινο, ποιό λιάρο, ποιό μπάλιο, ποιό σιούτο, ποιό σκουλαρικάτο, ποιό γκιόσο και τα λοιπά».
Χρήστου Χρηστοβασίλη
Διηγήματα της στάνης.