Κατάρα κατά ανθρώπου.
Που να φάω τα κόλλυβά της κηδεία σου.
Κατάρα κατά ανθρώπου.
Που να φάω τα κόλλυβά της κηδεία σου.
Κατάρα κατά ανθρώπου.
Που να σου φτιάξω τον τάφο σου.
Κατάρα κατά ανθρώπου.
Να χαθείς να μην φαίνεσαι.
Που να σε πιάσει θέρμη, (υψηλός, επαναλαμβανόμενος πυρετός).
Κατάρα κατά ανθρώπου.
Κάποιος που έχει ακόμη παρά το πέρασμα της ηλικίας του, σεξουαλικές ορμές.
Δε μπουρού κάνε; του λέει ακόμα η περδικούλάμ’.
Γίδια που περπατάνε εδώ και κεί άτσαλα χωρίς μια κανονική ροή.
Τι μι πιέρασις γίδ’ αρόϊαγου να πάω κι γω ικεί ουόπως παϊέναι αυτοίν;
Κάτσε και μή μιλάς.
Τράβα κι κ’τάς κι ασι τς ιξυπνάδις.
Αδέξιος.
Τρύπια είν’ τα χέρια’ς κι σ’πέφνε τα πράματα καταής;