Στάζει λίγο λίγο, σιγά σιγά.
Τι την άφκις αρέ τη βρύσ’ κι τσουρναράει; άϊ τράβα κι σφίξτην καλά καλά.
Για δές, κοιτάζω, να κοιτάξω.
-Ατήρα ικεί σ’ λέου αρέ!
-Σα πούθι ρε να τράξου;
Αλαφροΐσκιωτος, καλοΐσκιωτος.
Του πιδάκ’ αυτόνο είϊδις τι καλό απ’ ούναι; ήσυχουυ! μ’ φένιτι λίγου τσιαλαφό.
Λεπτά κλαριά. Μεταφορικά τα πολύ λεπτά πόδια.
Φάει μάνα’μ απ’όχ’ς κάτ’ πουδαράκια σα τσάκνα!
Αύριο.
Κμή’ς τώρα κι ταχιά γλέπουμε τι θα κάνουμι.