Η προβατίνα που έχει χρονίσει, και είναι έτοιμη για αναπαραγωγή.
Ιέχου καμπόσις αρνάδες, οι δυο είνι στού μήνατ’ς.
Αλί.
Αχ τι να πούμι κι τι να μουλουιήσουμι! αλιά απού μας να λές!
Οταν ενα ζώο απογαλακτίζεται.
Τ’ απόκοψα του κατσ’κάκ’ απ’ την γίδα κι θα του ταΐζω ιγώ.
Φάντασμα.
Αγιέ’μ μι έσκιαξις ιέτ’ς απ’ παρουσιάσκιες μπρουστά’μ σαν του αφάντιασμα!
Δέν νηστεύω.
Μπάκαι χάζιψις; δεν τούν τρώω τούν κουραμπιέ σ’ λέου, αφού δεν αρτένομι!
Φύλλα καπνού, σκόρδων, περασμένα σε νήμα.
Αϊτι να αρμαθιάσουμι κι αυτά τα καπνά π’ ανέμκαν κι να φύφγουμι.
Κουράστηκα.
Στέκα πιδάκι’μ να ξαπουστάσου λιγάκ’, μι πόνισαν τα πουδάρια’μ.