Τρεμουζαγαρίζου:

Τρέμω σαν το ζαγάρι (κυνηγόσκυλο), όταν τα σκυλιά φερμάρουν το θύραμα ακινητοποιούνται και τρέμουν. Μεταφορικά, εχω ρίγος απο πυρετό ή κρύο.

Τι τρεμουζαγαρίειζ ιτσαϊάς αρέ; σύρι φόρα του πανουφώρι’ς να ζισταθεί του κουκαλάκι’ς.

Θμυτ’κό:

Η καλή μνήμη κάποιου.

Δεν ιέχου καλό θμυτ’κό ιγώ, ου πατιτέρα’ς απ’ όχ’ σύρι ρώτατουν.

Θα νά’ναι:

Πρέπει να είναι.

Μι σκιάισι! κανά γατσόπλο θα νά’ναι απ’ σγαρλάει του παράθυρου.

Θερμαίνομι:

Έχω πυρετό.

Τρέχα να ζιστάν’ς κανιά κουμπρέσα, του πιδί θερμαίνιτι δε του γλέπ’ς απ’ τρεμουζαγαρίζ’;

Γδυτός:

Γυμνός.

Αγιέμ’ γδυτός θα βγείς σα όξου: βάλι κάτ’ απάνε’ς.

Αγκαθόκουλους:

Αυτός που δεν έχει ησυχία, αυτός που δεν κάθεται σ’ ένα μέρος.

Αρέ τι αγκαθόκωλος ίσι σύ! κάτσι σι μια ησυχία ζαλάδα μου’ρθι!

Δάγκω τη γλώσσα’ς:

Δάγκωσε την γλώσσα σου.

-Λέ να πιθάν’ ου παππούζουμ’;

-Δάγκω τη γλώσσα’ς αρέ απ’ θα πιθάν’ ου παππού’ς.

Του καπίν’σιες:

Το κάπνισες.

Άι καπίνσιε του τσγάρου να φύφγουμι μπακι προυλάβουμι.

Γαμούτο:

Γαμώτο.

Γαμούτο! μ’ τέλεψαν τα τ’σγάρα, κι μουσκέφ’κι κι του τσιακμακ’.

error: Content is protected !!