Τρέμω σαν το ζαγάρι (κυνηγόσκυλο), όταν τα σκυλιά φερμάρουν το θύραμα ακινητοποιούνται και τρέμουν. Μεταφορικά, εχω ρίγος απο πυρετό ή κρύο.
Τι τρεμουζαγαρίειζ ιτσαϊάς αρέ; σύρι φόρα του πανουφώρι’ς να ζισταθεί του κουκαλάκι’ς.
Τρέμω σαν το ζαγάρι (κυνηγόσκυλο), όταν τα σκυλιά φερμάρουν το θύραμα ακινητοποιούνται και τρέμουν. Μεταφορικά, εχω ρίγος απο πυρετό ή κρύο.
Τι τρεμουζαγαρίειζ ιτσαϊάς αρέ; σύρι φόρα του πανουφώρι’ς να ζισταθεί του κουκαλάκι’ς.
Η καλή μνήμη κάποιου.
Δεν ιέχου καλό θμυτ’κό ιγώ, ου πατιτέρα’ς απ’ όχ’ σύρι ρώτατουν.
Πρέπει να είναι.
Μι σκιάισι! κανά γατσόπλο θα νά’ναι απ’ σγαρλάει του παράθυρου.
Έχω πυρετό.
Τρέχα να ζιστάν’ς κανιά κουμπρέσα, του πιδί θερμαίνιτι δε του γλέπ’ς απ’ τρεμουζαγαρίζ’;
Αυτός που δεν έχει ησυχία, αυτός που δεν κάθεται σ’ ένα μέρος.
Αρέ τι αγκαθόκωλος ίσι σύ! κάτσι σι μια ησυχία ζαλάδα μου’ρθι!
Δάγκωσε την γλώσσα σου.
-Λέ να πιθάν’ ου παππούζουμ’;
-Δάγκω τη γλώσσα’ς αρέ απ’ θα πιθάν’ ου παππού’ς.
Το κάπνισες.
Άι καπίνσιε του τσγάρου να φύφγουμι μπακι προυλάβουμι.
Έφτασε ίσα ίσα.
Τσίμα τίμα ιέφτασι του φαί, ριζίλ’ γίγκαμι τς’ ανθρώπ’ς.
Γαμώτο.
Γαμούτο! μ’ τέλεψαν τα τ’σγάρα, κι μουσκέφ’κι κι του τσιακμακ’.