Σμαζώξ:

Συμμαζέψου. Χρησιμοποιείτα ανάλογα τα συμφραζόμενα για λόγους χωροταξίας, και για απρεπή συμπεριφορά.

Για σμαζώξ’ λίγου γιατί παραπήρες αιέρα.

Πλιένου:

Πλένω.

Πλιένου τα χιράμια κι ρχιέμαι.

Πατούρα:

Μούσκεμα απ’ την κορφή ως τα νύχια.

Ιέρξι μια βρουχή κι μ’ έποιασι στου δρόμου μ’ έκανι πατούρα ούς του βρακί.

 

Παπαρδέλα:

Ποπ-κορν. Χαρακτηρίζει και άνθρωπο φλύαρο.

Τι τσουκάν είσι συ μάνα’μ; όπους τσουκανάν οι παρπαδέλες.

Ούι!:

Δηλώνει θαυμασμό ή έκπληξη.

Ούϊ μάνα’μ τι σπταρόνα είνι αυτήν; ντρέπισι να πατήεις σ’ λέου!

Ξιέμαι:

Ξύνομαι.

Μι τάραξαν αυτά τα ρμαδιακά τα κνούπια, ξιέμαι ούλ’ την ώρα, δι μι γλέπ’ς;

Ξ’λόχερος:

Ο αδέξιος.

Ξ’λόχερος είσι κι σ’ πέφνε τα πιάτα απ’ του χιέρι’ς;

Μυαλοκομμένος:

Ανόητος,αυτός που το μυαλό του δεν έχει πήξει.

Καλά ντίπ μυαλοκομένος είσι κι κάν’ς αυτές τς’ χαζαμάρες;

Μπράσκα:

Φρύνος.

Σαν χαρακτηρισμός για κάποιον που είναι ευτραφής και αργοκίνητος.

Σα μπράσκα γίνγκες, σταμάτα κανιά βολά, ούλου ματσαλάς.

 

 

Μπαζακανιές:

Το πάρε δώσε με κάποιον, αλισφερίσι.

Τι μπαζακανιές μ’ αρχίνσεις μ’ αυτόν! αφού σ’ λέου δε θέλου να τον γλέπου ούτι ζουγραφστόν.

error: Content is protected !!