Κρούπ’:

Το πήλινο σκεύος, πιάτο.

Μάζιψι σι μιά μιριά τα κρούπια, να χουρέσ’νε κι τα κατσαρόλια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!