Μιγάλ’ αρχιδοκρέμασ’:

Σιγά το πράμα, οχι ιδιαίτερης προσοχής.

-Ηρθι κι ου μπατσανάκη’ς ιψέ στού τραπιέζ’.

-Αμα ήρθι, μιγάλ’ αρχιδουκρέμασ’! για αυτό μ΄έτρουγαν.

Τα π’τσιά ‘ς:

Τα απόκρυφα του άνδρα.

Κούμπουσι αρέ τα βρακιά’ς, φιένουντι τα π’τσιά’ς.

Πουτσαρίνα:

Γυναίκα δυναμική που κουμαντάρει σαν άντρας την ζωή και το σπίτι της.

Την είδις τη Βαγγιελή! πιέθανι ου άντρατ’ς ουόταν ήταν νέα, δούλεψι κι μαναχιάτ’ς μιγάλουσι τα πιδιάτ’ς η πουτσαρίνα, χουρίς κανιά βουήθεια απού π’θενά. Αυτές είνι γναίκες.

Κόθρος:

Γωνία του ψωμιού ή της πίτας. Ειρωνικά για κάποιον που τρώει συνεχώς και είναι τεμπέλης.

Σιύκου ρε κόθρε απ΄κμοιάσι ουόλ’ την νμιέρα! δε λαγκεύβ η καρδούλας’ για δλειά;

Γέρεψα, γιέρεψα:

Γιατρεύτηκα.

Αϊ πιδάκι’μ φάϊ του σουπούλα ‘ς να γιέν’ς καλά, είδις πως γιέρεψε ου αδιρφό’ς απ’ όφαγι τη σούπα’τ;

Κορδοκ’λιέμαι, κουρδουκ’λιέμαι:

Κυλιέμαι στο έδαφος ή στο πάτωμα.

Τι κουρδουκ’λιέσαι αρέ καταή; πάλαι νουμίεις ουότ’ θα βάνου του σκαφίδ’ να σι ξιβρουμίσου; ιέτ’ς θα σ’ αφήσου ρε κιαρατά να σκλικιάεις.

Καστραβέτ’ς(ι):

Αγγούρι. Σλάβικη (βλάχικη) ονομασία για το αγγούρι, η λέξη λέγεται σχεδόν σ΄όλη τη ρούμελη, σε Ήπειρο, Πελοπόννησο, και κάποια απ’ τα Εφτάνησα.

Ιέλα να σι ταΐσω καστραβέτ’ς να δρουιστείς απ’ κάν’ ζιέστα.

Τσόλια:

Σκεπάσματα.

Τα τίναξις μαρή τα τσόλια ή θα μας φάν τα σκλήκια;

Αρίδα:

Πόδι.

Άπλουσι τς’ αρίδες’τ απάν, στη καριέκλα κι όσα πάν κι όσα ρθούν.

error: Content is protected !!