Έπεσε, κατέπεσε.
Τρέχα αρέ να προυλάβ’ς μην απ’στουμ’θεί του πιδί απ την κούνια.
Έπεσε, κατέπεσε.
Τρέχα αρέ να προυλάβ’ς μην απ’στουμ’θεί του πιδί απ την κούνια.
Πηδάω.
Ποιό πιδί αμπ’δάει ιτσιά απού πάν’; στάκα να πάου να ιδού μ’ τ’ πάρ’ ού διάουλους τούν πατιέρα.
Άκου ακούω.
Αφουγκρά’ς τι σ’λέου, να είσι κύριους ικεί απ’ θα πάμι.
Πρός τα πέρα και πρός τα εδώ. Σαν έκφραση μειωτικά, ειρωνικά για κάποιον (α), που είναι απο δώ κι απο κεί, δηλαδή δεν στερειώνει πουθενά, και που δεν κάνει για οικογένεια, ή έχει χαλαρά ήθη.
Αυτήν θα πάρ’ς απ’ ούναι σιαπέρα κι σιαδώθε; αυτήν μάνα’μ δε κάν’ για σπίτι’ ρώτ’σα ιγώ κι έμαθα.
Τοσοδά.
Τοσοϊά θα μ’ δώκ’ς μαναχά να φάου! ποιός θα φάει κι ποιός θα γιατριευτεί μ’ αυτήν τη κακαράντζα απ’ μόδωκις!
Απλώθηκε, φούντωσε φωτιά.
Απ’λές χύθ’κι του πιτρέλαιου ούλου κάτ’, κι τοσοϊά ήθιλι να φουνταριάς’ ου τόπους, εμ τι κάνε! δε παίζ’νε μ’ αυτά τα πράματα, πουλύ θέλ’ νόμ’σις!
Κάηκα.
Κάτσι μακριά απ’ τον τζάκ’ γιατί τα πουρνάρια κι του πιεύκου, ουόταν κιέγουντι τσουκανάν κι μπουρεί να σι πριτσαλίσ’νε.
Θα σπάσει η φούσκα μου, η ουροδόχος κύστη.
Στέκα να κατρήσου γιατί θα σπάσ’ η κατρήθρα’μ κι θα κατριστού απάνεμ’!
Έκφραση που σημαίνει “Θα κάνω ότι θέλω”, “Δεν θα σου πάρω την γνώμη”.
-Τι είνι αυτόνο απ’ πήγις κι αγουόρασις, θέλου να ιδού τι θα τού κάν’ς;
-Ότ θέλου θα κάνου , δε θα σι πάρου απ΄του χιέρ’.