Μύρισες χώμα, (τάφου).
Ειρωνικά λέγεται σε κάποιον που είναι υποχόνδριος, και φοβάται διαρκώς οτι θα πεθάνει.
-Μι πουνάει ιδώ χαμ’πλά στη κλοιά’μ ποιός ξιέρ’ τι ιέχου;
-Ναι μπάκι ιέχ’ς καμπόσου; Μύρ’σες χουματίλας!
Μύρισες χώμα, (τάφου).
Ειρωνικά λέγεται σε κάποιον που είναι υποχόνδριος, και φοβάται διαρκώς οτι θα πεθάνει.
-Μι πουνάει ιδώ χαμ’πλά στη κλοιά’μ ποιός ξιέρ’ τι ιέχου;
-Ναι μπάκι ιέχ’ς καμπόσου; Μύρ’σες χουματίλας!
Η σαύρα.
Μη σκιάϊσι μια γκουστέρα ήταν, πάει ιέφκι τώρα.
Ροχαλίζω.
Άϊκσις πως ρουχνάει του πιδί στούν ύπνου’τ, μπάκι ιέχ’ κριατάκια;
Τα θηλυκά γεννητικά όργανα. Το πράμα της.
Τι να σ’ λέου! κριέμασι τα μούτρατ’ς μιέχρι του χαμπέριτ’ς, τόσο φούρκα ήταν.
Δεν είχα καμία κάψα, σε είχα μια κάψα!
Μπά! μού’ρθες; τουραϊάς σι κάηκα!
Όταν κάποιος ηλικιωμένος αεριζόταν, και τον άκουγε κάποιος νέος που τύχαινε να καθόταν δίπλα του, και του έκανε κάποια παρατήρηση, ο ηλικιωμένος για να δικαιολογηθεί του έλεγε να μην ακούει τίποτε άλλο απ’ αυτόν, παρά μόνο τις συμβουλες του.
Πιδάκι’μ τ’ γιέρου τς’ πουρδές να μη τς’ ακούς! να ακούς μαναχά τς’ διάτες’τ!