Μύρ’σες χουματίλας:

Μύρισες χώμα, (τάφου).

Ειρωνικά λέγεται σε κάποιον που είναι υποχόνδριος, και φοβάται διαρκώς οτι θα πεθάνει.

-Μι πουνάει ιδώ χαμ’πλά στη κλοιά’μ ποιός ξιέρ’ τι ιέχου;

-Ναι μπάκι ιέχ’ς καμπόσου; Μύρ’σες χουματίλας!

Μι πιρπάτ’σε:

Όταν βλέπουμε ίχνη απο τσιμπήματα στο δέρμα μας , ιδίως όταν ξυπνάμε πρωί,  τα ίχνη αυτά συνήθως είναι από κοριό ή ψύλλο, τότε λέμε με περπάτησε την νύχτα ψύλλος ή άλλο παράσιτο που τρέφεται με αίμα.

-Ιέχου μια φαούρα ιδώ στου χέρ’.

-Κάτ’ σι πιρπάτ’σι του βράδ’ θα φύβγ’.

Τσουρναράει:

Στάζει λίγο λίγο, σιγά σιγά.

Τι την άφκις αρέ τη βρύσ’ κι τσουρναράει; άϊ τράβα κι σφίξτην καλά καλά.

Ρουχνάου:

Ροχαλίζω.

Άϊκσις πως ρουχνάει του πιδί στούν ύπνου’τ, μπάκι ιέχ’ κριατάκια;

Του χαμπέριτ’ς:

Τα θηλυκά γεννητικά όργανα. Το πράμα της.

Τι να σ’ λέου! κριέμασι τα μούτρατ’ς μιέχρι του χαμπέριτ’ς, τόσο φούρκα ήταν.

Βούζα:

Μουτρομένος, μουτρομένη, ο ίδιος χαρακτηρισμός είτε για αρσενικό είτε για θηλυκό.

Απ’ λές μόλις μι είιδι αυτήν, μιτά ούλου του βράδ’ βούζα ήταν, κριέμασι τα μούτρατ’ς μιέχρι του πάτουμα, κι γω δε τς’ ιέδωκα καμιά σιουμασία.

Τ’ γιέρου τς’ πουρδές να μη τς’ ακούς! να ακούς μαναχά τς’ διάτες’τ:

Όταν κάποιος ηλικιωμένος αεριζόταν, και τον άκουγε κάποιος νέος που τύχαινε να καθόταν δίπλα του, και του έκανε κάποια παρατήρηση, ο ηλικιωμένος για να δικαιολογηθεί του έλεγε να μην ακούει τίποτε άλλο απ’ αυτόν, παρά μόνο τις συμβουλες του.

Πιδάκι’μ τ’ γιέρου τς’ πουρδές να μη τς’ ακούς! να ακούς μαναχά τς’ διάτες’τ!

error: Content is protected !!