Μουραμπάς, μουραμπεία:

Ιστορία με αστείο περιεχόμενο, χαζομάρα.

Οι παλιοί απ’ όλεγαν μουραμπείες καλές κι σουστές ιέλιγαν! τ’ γιέρου τς’ πουρδές να μη τς’ ακούς! να ακούς μαναχά τς’ διάτες’τ!

Παταούδ’:

Αρκετά κρύο.

Όϊ μάνα’μ τι κρύου είνι αυτόνο; παταούδιασαν τα πουδάρια’μ.

Ξιπιτούτου:

Επίτηδες.

Τι νόμ’σις! ξιπιτούτου σι φώναξα να ιέρθ’ς, μπάκι φύφ’γ κι δι ρθεί στού καφινείου.

Μουτζουκλαίου:

Κλαψουρίζω.

Όταν στά ‘λεγα δε μ’ άϊκγις! τώρα τί μ’ μουτζουκλαίς να σι λυπ’θού! δε σι λ’πάμι ντίπ.

Λούτους:

Χαζός, βλάκας.

Ά¨πάμι να φύφγουμι καθέσαι και τ’ μιλάς, δε γλέπ’ς ότ’ είνι ντίπ λούτους!

Θα του κουπώσου στούν ύπνου και τ’ Άϊ Γιωργιού να φέξ’:

Παροιμία που την επικαλείται κάποιος που είναι πολύ νυσταγμένος.

Παϊαίνου να κ’μοιθού, κι τ’ Άϊ Γιουργιού να φ’εξ’!

Σύμφωνα με την παράδοση την έκφραση αυτή την είπε τ’ αηδόνι όσο ήταν ακόμη άνθρωπος.

Τ’ αηδόνι ήταν βοσκόπουλο, κάποια φορά παρήπιε κρασί, κι όπως δεν τον βαστούσαν άλλο τα πόδια του, διέταξε τα δυό του τσοπανόσκυλα, το Τσιβέλι και την Τσίλα, να φυλάν το κοπάδι του, και πρίν πέσει σε βαθύ ύπνο είπε πως θε να ξυπνήσει όταν φέξει τ’ Άϊ Γιωργιού.

‘Οταν μετά απο καιρό έφεξε τ’ Άϊ Γιωργιού, τ’ αηδόνι ξύπνησε και είδε πως τόσους μήνες που κοιμόταν, το κοπάδι του αυξήθηκε κατά πολύ. Τότε κρυφά απ’ τα δυό του τσοπανόσκυλα πούλησε τα ζώα του. Τα τσοπανόσκυλα μόλις κατάλαβαν τι είχε γίνει, παραπονέθηκαν στ’ αηδόνι γιατί δεν τα ρώτησε.

Τ’ αηδόνι για να εξιλεωθεί παρακάλεσε να γίνει πουλί, έτσι και έγινε, απο τότε φωνάζει κελαϊδώντας στα σκυλιά του…Τσίλα, Τσίλα, Τσιβέλι!

 

Τσίλα μου, εσύ στα πρόβατα, Τσιβέλι, εσύ στα γίδια

βοσκάτε τα μες στις λογγιές και μέσα στα γρασίδια

 κι επάνω εγώ στο ξάγναντο θα παίζω τη φλογέρα,

 ν’ αχολογάει ως πέρα.

 -Λάλα το, αφέντη, λάλα το, τώρα που μπήκε ο Μάης,

 έννοια  μην έχεις στις κοπές, ποτέ σου δεν εκάης,

  και κάπου – κάπου κράξε μας, να σ’ αγρικάν τ’ αυτιά μας

πως είσ’ εδώ κοντά μας.

 Φυσά ο νιος το καλάμι του κι αντιλαλούνε οι τόποι

κι απ’ το πολύ το παίξιμο κι από το γλεντοκόπι,

 νυστάξανε τα μάτια του και γέρνει εκεί στη στάνη,

 βαρύ τον ύπνο κάνει.

 -Θεέ μου, ύπνο δώσε μου και τ’ Αη-Γιωργιού να φέξει!

Κοιμάται μια, κοιμάται δυο, κοιμάται μέρες έξι,

 κοιμάται μήνους και καιρούς και κάποτε ξυπνάει.

-Πάει πια το βιος μου, πάει.

 -Τσίλα μου, πού ’ν’ τα πρόβατα, τσιβέλι, πού τα γίδια;

-Τα πρόβατα βοσκάν μπαστή, τα γίδια βελανίδια.

-Αυγάτηναν τα γιδερά, αυγάτηναν τα πράτα,

  τα σιάδια είναι γεμάτα!

  Κι ο νιος κρυφά κι απόκρυφα πουλάει τα ζωντανά του.

 -Πού παν γίδια και πρόβατα, ρωτάνε τα σκυλιά του,

πως μπόρεσες, αφέντη μας, μόνος να τα πουλήσεις,

χωρίς να μας ρωτήσεις;

Τραβιέται αυτός παράμερα και κάθεται και κλαίει.

 -Θεέ μου, κάνε με πουλί, παρακαλεί και λέει.

Αηδόνι πια, θωρεί, ως πετά λιβάδι σε λιβάδι,

 το κάθε του κοπάδι.

 -Τσίλα μου και τσιβέλι μου, σου, σου, πιστά σκυλιά μου,

κι εγώ με το τραγούδι μου και με το λάλημά μου

προσέχω τα κοπάδια μου και τα βοσκώ κάθε ώρα,

 καθώς κάνω και τώρα.

 

Λίγδα:

Λεκές λαδιού, λαδιά.

Γιόμ’σις τούν τόπου λίγδες π’να σι πάρ’ κι να σι σ’κώς’! πάλε θα μι κάν’ς να  πλιένου;

 

Καταψιά:

Μεγάλη ρουφηξιά με μιάς.

Αρέ! μια καταψιά το’ κανες του μπουκάλ’ του τσίπρου; θα σι βαρέσ’ στου κιφάλ’ καημένε’μ!

Αδικεί:

Ακριβώς εκεί.

Σ’ούπα να τα πάρ’ς τα πράματα ‘ς απ’ την τιβανουκασιέλα κι συ τ’ άφκις αδικεί;

Αδαυτού:

Σ’ αυτό το μέρος που βρίσκεσαι.

Δε σούπα να μίν’ς αδαυτού! τι μ’ ρχιέσι σαδώ;

error: Content is protected !!