Τ’ Άϊ Βασλιού:

Του Αγίου Βασιλείου.

Δε θα φκιάειξ’ μπακλαβά τ’ Αϊ Βασλιού για του καλό; αγιέμ χάζιψις;

Τ’ Άϊ Θανασιού:

Του Αγίου Αθανασίου.

-Τ’ Άϊ Θανασιού θά ‘χουμι τραπιέζ’ θα τς’ καλέεις ουλνούς;

-Άϊ απ’ θα τς’ καλέσου ουλνούς! λίγ’ κι καλοί, ιέμ τι κάνε!

T’ ΆΪ Κουσταντίν’:

Του Αγίου Κωνσταντίνου.

Τ’ Άϊ Κουσταντίν’ βγάνουμι τα χ’μειωνιάτκα ρούχα, κι βάνουμι τα καλουκιρ’νά, σι κανιά βδουμάδα φόρατα! τότι δε θα ‘σπεί κανιένας τίπουτα.

Τ’ Άϊ Γιουργιού:

Του Αγίου Γεωργίου.

Είσι καλά πιδάκι’μ ή μπάκαι χάζιεψες απ’ θα βάνου βιλόν’ να σ’ ράψου σιήμιρα; είνι τ’ Άϊ Γιουργιού κι γω θα σ’ ράβου παντιλόνια!

Τ’ Άϊ Αντριώς:

Του Αγίου Ανδρέα.

-Ούϊ! τ’ Άϊ Αντριώς σιήμιρα κι ξιέχασα να πάρω δώρον για την επήσκιψ’ του βράδ’, τώρα;

-Μη τ’ πιαίρν’ς τίπουτας! τίλατ’ του βιρμούτ απ’ μας είχι φιέρ’ ιπέρς’ κι πήγεντουτ’, μπάκαι θα θ’μάτι αυτός απού ιπέρσ’;

Τ’ Άϊ Λιός:

Του Αγίου Ηλία.

Σιήμιερα είν’ τ’ Άϊ Λιός γιουρτάδα μιέρα! δε θα βάνου να πλύνου.

Απόρ’μα:

Αυτό που δεν έχει γεννηθεί στήν ώρα του. Ειρωνικά, και μειωτικά για κάποιον, ακόμα και χαϊδευτικά για μικρό παιδί που εκπλήσει τους μεγάλους με την τσαχπινά του.

Αϊά τ’ απόρ’μα ιέμαθι κι λέει κι κ’βεντούλες.

 

 

Θα σ’ πές'(ει) κλουτσιά.

Θα σου πέσει λίγο.

Αυτόνο ιέχου να φάς, γιατί του κ’τοιάς ιέτ’ς; θα σ’ πιές’ κλουτσιά; φάτου κι πές’μ κι φχαριστώ.

Σ’ έποιασι ου διάουλους απ’ του πουδάρ’:

Έκφραση για κάποιον που είναι κυκλοθυμικός, ή πού νευριάζει ξαφνικά χωρίς λόγο.

Αγιέμ’ τι ιέπαθις στα καλά καθούμινα; σ’ έποιασι ου διάουλους απ’ του πουδάρ’; μια χαρούλα δε κουβέντιαζαμι;

Θα μ’ κάν’ του χρυσό αυγό.

Παροιμία που χρησιμοποιείται συχνά ως ειρωνεία, για κάποιον που γνωρίζει εκ των προτέρων, ότι όσο και να φροντίζει δεν πρόκειται ποτέ να εκτιμηθεί η φροντίδα του.

Άϊτι να σ’δώκω του καλύτερου κουμμάτ’ να φάς για να μ’ κάν’ς κι συ του χρυσό αυγό.

error: Content is protected !!