Κουμαντάρω, φροντίζω, να φροντίσω.
Κι ποιός θα κμανταρής’ τούν παππού; ιγώ ιέχου οικουγένεια κι του σπίτ’ είνι μ’κρό δε χουράμι ούλλ’.
Κουμαντάρω, φροντίζω, να φροντίσω.
Κι ποιός θα κμανταρής’ τούν παππού; ιγώ ιέχου οικουγένεια κι του σπίτ’ είνι μ’κρό δε χουράμι ούλλ’.
Μ’ έκανε να του εξομολγηθώ πράγματα μέχρι εφτά γενιές. Αρβανίτικη πεποίθηση, ότι ένα σόι κρατάει επτά γενιές δηλαδή επτά ζωνάρια.
Κι κοίτα ικεί απ’ θα πάς μη σι ξουμουλουΐσ’νε μιέχρι τα ιφτά ζ’νάρια; ισύ θα τς’ λές δε ξιέρου τίπουτα.
Ευχαριστούμε.
Φχαριστιέμαστι! κι για τα γλυκά απ’ όφερατι, δεν ήταν ανάγκ’.
Όταν κάποιος δεν έχει ομοιότητηες σε εξωτερικά χαρακτηριστικά ή ο χαρακτήρας του δεν έχει ομοιότητες με το σόϊ του, ή έχει ή θέλει να απομακρυνθεί απ’ τους συγγενείς του. Τα παραπάνω ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Αϊ ξάδιρφι ξισόϊδιασαμι ντίπ! πόσα χρόνια ιέχ’ς να πατήεις του πουδάρι’ς στού χουριό κι στού σπίτ’ μας;
Για δές, κοιτάζω, να κοιτάξω.
-Ατήρα ικεί σ’ λέου αρέ!
-Σα πούθι ρε να τράξου;
Το παιδί που είναι γεμάτο ψείρες, εξού και μαύρο. Μειωτικά για αδύναμο καχεκτικό ταλαιπωριμένο παιδί.
Ατήρα αυτόνο του πιδάκ’ είνι ντίπ μαυρουψειριασμιένου του καημένου! να τ’ δώκουμι κατ’ να φάει.
Βρωμιάρα. Χαρακτηρισμός για όχι καθαρή νοικοκυρά.
Δε πσ’τεύου να ιέφαγις απ’ του φαί αφ’νής, γιατί είνι σ’κλίκου.
Σκουληκαντέρα, σκουλίκι.
-Κάνου ιέτ’ς τι να ιδού! μια σκληκαντέρα τρείς πθαμές.
-Μπάκαι τα παραλές! αυτήν διέν ήταν σ’κληκαντέρα, ήταν διντρουγαλιά.
Παραδοσιακή πίτα της Ρούμελης χωρίς φύλλο, με βάση το καλαμποκάλευρο και χόρτα άγρια.
Π’να σι πάρ’ κι να σι σκώς’ την ιέκαψις τη μπαμπανέτσα.