Κουλουκθιουμαμαλίγκα:

Είναι μια πίτα  που φτιάχνεται με χυλό χωρίς φύλλο. Τα υλικά της είναι κολοκύθι, καλαμποκάλευρο, ή σιμιγδάλι και αλατοπίπερο. Φτιάχνεται σ’ όλα τα χωριά της Ρούμελης, και στα Βαλκάνια γενιότερα, ένα απ’ τα πολλά κοινά πού έχουν οι Βαλκανικές χώρες μεταξύ τους, στην κουζίνα, στήν μουσική, στούς χορούς, στίς παραδοσιακές φορεσιές.

Κουλουκθιουμαμαλίγκα ή μπαμπανέτσα; τι θέλ’ς απ’ τς’ δυό; ή μπάκαι θιέλ’ς κι τς’ δυό;

Κωλομυρμηγκίδα:

Χαρακτηρισμός για κάποιον πού δεν έχει ησυχία.

Κάτσι σι μια ησυχία! Κωλομυρμηγκίδα ιέχ’ς;

Σόϊα σόϊα:

Λογής λογής:

Ουότ θέλ’ς γλέπ’ς! Σόϊα σοϊα κόσμους.

Του κόβ’ η π’τάνα του χούι;

Έκφραση για εξάρτηση σε κάτι που δεν κόβεται.

Πάλαι ντερλικών’ς; αλλά θα μ’ πείς του κόβ’ η π’τάνα του χούι; άλλου τόσου θα κόει’ψ κι συ του φαί.

Δάχ’λα:

Δάχτυλα.

-Πόσου κρασί να σ’ βάνου;

-Μή μ’ βάν’ς πουλύ, βάνε’μ δυό δάχ’λα.

Μπίτσ’ε:

Τελείωσε.

Πάει του κρασί μπίτσ’ε, πάαινε να φιέρ’ς λίγου να πιούμι να τσουγκρίσουμι.

Ασήχαστου χαϊβάν’:

Το υπερκινητικό παιδί. Χωρίς ησυχία.

Αρέ τι ασήχαστου χαϊβάν’ είνι αυτόνο! δε μας άφκι ντίπ σι μιά ησυχία.

 

 

Ξιρουπάϊδα:

Αδύνατη τόσο ώστε φαίνονται τα παϊδια της.

Αυτήν είνι σα ξιρουπάϊδα, άμα την φ’σήξου θα πιέσ’ καταή.

Φάι να ματώεις:

Φάε να δυναμώσεις, να βάλεις λίγο αίμα πάνω σου.

Άι μάνα’μ φάι λίγου να ματώεις α’πόχς γιέν’ σαν Άγιους Φανούριους.

Κτ’ράει:

Φτουράει:

Δε θα σ’ κτρήσ’ η φασουλάδα αν δι τη φάς μι λίγου ψουμάκ’.

error: Content is protected !!