Έπεσα διάνα σ’αυτό πού ήθελες, πρόβλεψα την ανάγκη σου, πραγματοποίησα στην ώρα της την επιθυμία σου.
-Σί πέτ’χα απ’ σόφιρα ψουμί απ’ τούν φούρνου.
-Μί πέτ’χες δι λές τίπουτας! Κι θα σόλεγα να μ’ πάρ’ς κι μένα, αλλά. μι πρόκανες.
Έπεσα διάνα σ’αυτό πού ήθελες, πρόβλεψα την ανάγκη σου, πραγματοποίησα στην ώρα της την επιθυμία σου.
-Σί πέτ’χα απ’ σόφιρα ψουμί απ’ τούν φούρνου.
-Μί πέτ’χες δι λές τίπουτας! Κι θα σόλεγα να μ’ πάρ’ς κι μένα, αλλά. μι πρόκανες.
Πολλά.
Αγιέμ’ μια λακμανιά κούτσκ’α σα τς’ γύφτ’ τς’ έσπειρι!
Άρρωστο.
Ζαρίφκ’κου μ’ φένιτι αυτό τού κτά’β.
Όλους.
-Είπις σ’ ουλλ’νούς να ‘ρθνι;
-Έμ τι κάνε δε τς’ούπα!
Έκφραση για κάποιον πού ειναι ανίκανος για κάτι, ή μένει άπραγος, όπως ένας πεθαμένος.
– Κι δε σου’πε τίποτας ουόταν τούν ιέβρισις;
-Κλάν’ ου πιθαμιένους; ας κόταϊ να μ’ πεί!
Έκφραση που λέγεται για μαχαίρι πού δεν έχει τροχιστεί καλά, τόσο που ούτε την προεξοχή αυτή ενός νεκρού που έχει πλέον κοκαλώσει είναι αδύνατο να κόψει.
Δεν παραφυλλάω, φυλλάω.
Έκφραση που δηλώνει πως δεν μπορεί συνεχώς κάποιος να έχει την εποπτεία για κάτι ή την γνώση, ή για να αποφευχθεί κάτι.
-Ήρθε ου μπάρμπα’ζουμ;
-Δε φ’λάου αν ήρθι ού θ’κός ού μπάρμπα’ς, τράβα να ιδείς, πουδάρια ιέχ’ς.
Αλαφροΐσκιωτος, καλοΐσκιωτος.
Του πιδάκ’ αυτόνο είϊδις τι καλό απ’ ούναι; ήσυχουυ! μ’ φένιτι λίγου τσιαλαφό.