Σι πέτχ’α σιήμι(ε)ρα!

Έπεσα διάνα σ’αυτό πού ήθελες, πρόβλεψα την ανάγκη σου, πραγματοποίησα στην ώρα της την επιθυμία σου.

-Σί πέτ’χα απ’ σόφιρα ψουμί απ’ τούν φούρνου.

-Μί πέτ’χες δι λές τίπουτας! Κι θα σόλεγα να μ’ πάρ’ς κι μένα, αλλά. μι πρόκανες.

Μίνια:

Μία:

-Πόσις βολές πήγις στού καφινείου σιήμιρα;

-Μίνια!

Ουλλ’ νούς:

Όλους.

-Είπις σ’ ουλλ’νούς να ‘ρθνι;

-Έμ τι κάνε δε τς’ούπα!

Κλάν’ ου πιθαμιένους;

Έκφραση για κάποιον πού ειναι ανίκανος για κάτι, ή μένει άπραγος, όπως ένας πεθαμένος.

– Κι δε σου’πε τίποτας ουόταν τούν ιέβρισις;

-Κλάν’ ου πιθαμιένους; ας κόταϊ να μ’ πεί!

 

Δε Φ’λάου:

Δεν παραφυλλάω, φυλλάω.

Έκφραση που δηλώνει πως δεν μπορεί συνεχώς κάποιος να έχει την εποπτεία για κάτι ή την γνώση, ή για να αποφευχθεί κάτι.

-Ήρθε ου μπάρμπα’ζουμ;

-Δε φ’λάου αν ήρθι ού θ’κός ού μπάρμπα’ς, τράβα να ιδείς, πουδάρια ιέχ’ς.

Τσιαλαφός:

Αλαφροΐσκιωτος, καλοΐσκιωτος.

Του πιδάκ’ αυτόνο είϊδις τι καλό απ’ ούναι; ήσυχουυ! μ’ φένιτι λίγου τσιαλαφό.

Μό πισι μουλύβ’:

Μού έπεσε βαρύ το φαγητό, σα μολύβι.

Ιέφαγα φασουλάδα μι τρψιάνα κι μιά σφήνα τυρί, κι μό πισι μουλύβ’.

error: Content is protected !!