Στιφάτο:

-Τι μαϊέρεύ’ς σιήμιρα;

-Στιφάτο μι κνέλ’ μαϊρεύου, ιέλα να φάμι!

Σα πίσου, σα μπρός.

Πρός τα πίσω, πρός τα μπρός.

Κάνι λίγου σα πίσου, κι μιτά πάρτου λίγου σα μπρός, μιτά μπουρείς να φύβ’γς.

 

Θυμιάμα:

Θυμίαμα.

Μουσχουβόλαε ου τόπους θυμιάμα.

Καρκαλέτς’: 

Κοκκύτης.

Αγιέμ τι β(ι)ήχα ιέχ’ τού πιδί! Καρκαλέτς’ θα είνι!

Πλάς μιέρα κι αγουράειζ ν(ι)ύχτα:

Έχεις κάνει την νύχτα μέρα. Όταν αξιοποιείς αντίθετα τον χρόνο σου.

Τί καθέσιε ξύπνιου ούλ’ τη ν(ι)ύχτα πιδάκι’μ; άϊ σιύρε κ’μοίς! πλάς μιέρα κι αγουράειζ ν(ι)ύχτα!

Χιέστα κι δ(ι)ερμάτιαστα:

Χέστα κι άστα. Όταν κάτι δεν πάει καλά. Όταν δεν υπάρχει λύση πλέον για κάτι.

Άφκτα πιδάκι’μ, χιέστα κι δ(ι)ερμάτιαστα! Πιέθανι ου πατιέρατ’ς κι πήραν τς’ μαύρις στράτες.

Απόπιδο:

Το παιδί που το έχουν αποκληρώσει. Μειωτικά για κάποιον πού είναι παραγκωνισμένος, ή έρχεται πάντα σε δεύτερη μοίρα.

Τι εί(ι)μι ιγώ, απόπιδο κι μ’ άφκαν χουρίς τίπουτας; χουρίς να μ’ δώκ’νε τίπουτας;

Λ’τσιέμι, λ’τσίζουμι:


Λασπώνομαι, πιτσιλίζομαι απ’ την λάσπη, κυλιέμαι στη λάσπη.

Λ’τσίσκα απ’ την κουρφή μιέχρι τα νύχια.

Όξου σκάει ου καλ(ι)ύτερους!

Όταν η ζέστη ειναι αφόρητη και δεν μπορεί να την υποφέρει ούτε κι αυτός πού έχει μεγάλες αντοχές, (ο καλύτερος).

Ανέμ’κε:

Απέμεινε.

Αρέ δεν ανέμ’κε τίποτας να φάου!

error: Content is protected !!