Το αριστερό, ανάποδο, αριστερή πλευρά. Το σκιερό μέρος, που δεν το χτυπάει το φώς τού ήλιου.
Πούντιασαμι ιδώ απ’καθέμαστι, ιδωϊάς είνι ζερβό, πάμι να καθήσουμι απ’ την άλλ(η) απ’όχ(ει) ήλιου!
Τι λαχτάρησε η όρεξή σου; έκφραση για την όρεξη, που προέρχεται απ’την διαρκή όρεξη της εγκύου για φαγητό.
Κουψίδια πεθύμσ’ι η γκαστριά’ς; ξικήνσ’σα να σ’φκιάξου.
Αυτός που δεν χορταίνει, ο αχόρταγος.
Αγιέμ’ πού τού βάν’ς τόσου φαί; μονάντερος είσι;
Το μπρίκι για τον καφέ, ή τα σκεύη για τον καφε μπρίκι φλυτζάνια.
Τά’πλυνες τα καφόμπρικα να φτιάξουμι μια στάλα καφιέ να πιούμι;
Μεγάλο κλαδί.
Αϊτι κιαρατά κι πιάσου την κλάρα! θα σι κάνου μαύρου στού ξύλου.
Έκφραση που δηλώνει την υπεροχή δύναμης κάποιου, έναντι κάποιου άλλου που μειονεκτεί σε δύναμη και είναι περιττό να εμπλακεί μαζί του, λόγω τής αδυναμίας του.
Πιδάκι’μ ιέτσ’ κι σ’ρίξου κανιά κλουτσιά θα πάει η μ’σή χαμιέν’, για αυτό άι κάτσι ικεί απ’ κάθισι κι μη μιλάς ντίπ.