Κατέβα κάτω.
Αϊτι ιέφτασαμι! Πέζα κάτ απ’ του μπλάρ κι πρόσιχι μη τσακστείς!
Το πουλί τρωγλοδύτης. Μεταφορικά χρησιμοποιείται για κάποιον που κρύβει αντικείμενα, ή για κάποιον που κλείνεται συνεχώς στο σπίτι του, και ποτέ δεν τον βλέπει κανείς.
-Πές κι σ’αφνούς να βγιούν σ’όξου να πιούμι κανά κρασί στη ταβέρνα,απόψ’.
-Αι απ’θα βγιούν αυτοίν απ’ του σπίτιτ’ς! Αυτοίν είνι τρυπουφράχτες ουλουένα μιέσα στού σπίτιτ’ς καθένται.
Η καρδερίνα.
Αϊτι πάμι να στήσουμι κανιά ξόβιργα μπάκαι πιάσουμι τουρκουπούλες κι κανά λουγαράκ’ι.
Τι με έχεις; αγαπητικιά.
Το μορόζα προέρχεται απ’ την ιταλική λεξη amorosa που σημαίνει ερωτευμένη, αγαπητικιά,ερωμένη.
Η λέξη μορόζα όταν αναφέρεται στα χωριά, έχει υποτιμητικό χαρακτήρα, και δηλώνει την γυναίκα που ειναι στην σκιά της ζωής ενός άντρα, είναι παράνομη, ή δηλώνει την σύζυγο που της φέρεται ο άντρας της σαν αγαπητικιά, δεν την συνοδεύει σε κοινωνικές εκδηλώσεις, και γενικότερα δεν της φέρεται ανάλογα.
Με έχεις γομάρι κι άλογο.
Έκφραση για κάποιον που εκμεταλλεύεται άλλους ανθρώπους.
Ολοένα μι στέλν’ς ιδώ μι στέλν’ς ικεί, φέρεμ’ τό’να φέρεμ’ τ’ άλλου, μ’ ιέχ’ς γμάρ’ κι άλουγου!
Να σε πνίξει το αμάρτημά μου.
Κατάρα.
Σιγά σιγά, ράθυμα. Αντίθετο είναι το “Λάχ λάχ” γρήγορα γρήγορα.
Αι γιέ’μ κάνι γλήγορα, μούκ μούκ μια ουώρα! Μιέχρι να σκώει’ς του ιένα βρουμάει τ’άλλου!
Άφαντο, εξαφανισμένο.
Πού πήγι του μενταγιόνε’μ! Αμούμ’το ιέγεινι; άν’ξι η γή’ς κι του κατάπ’χειε;
Έκφραση για κάποιον που έχει άσχημες διαθέσεις, για κάτι πού πρόκειται να ακολουθήσει.
Δε τούν γλέπου καλά τούν Γληγόρ’.
Τό’χ άγριου του μάτ’ μ’ φένιτι θα φύφγ’ απ’ του σπίτ’ κι θα τη παρατήσ’ την Αφροδή μι το κούτσκου στή κλοιά! Τράβα κι πες’τ καμιά κβέντα μη σκουθεί κι πάρ’τα μάτια’τ κι γιέν’ αμούμ’τος.