Τό ‘χ άγριου ού κιρός:

Έκφραση για τον καιρό όταν επιδεινώνεται επικίνδυνα.

Ατήρα κάτ’ σύννιφα απ’ όρχοντι απ’ το βνό! Μ’ φένιτι τό’χ άγριου ού κιρός.

Αφουγκράσ’:

Άκου, δώσε προσοχή, τέντωσε τα αυτιά σου.

Ιδώ αφουγκράσ’! Κι κεi απ’ θα πάμι ιπίσκιψ’ μη κάν’ς σα λιμασμένου, κι τρώς σα να μην ματαϊέχ’ς ιδεί φαΐ στα μάτια’ς!

Τροξουπάλαβος:

Ο ξέφρενα παλαβός.

Α ρε παλαβοραϊά! Τς ανεμουτούρλιαξις ούλες τς κότις στου κουτέτ’ς.

Παλαβοραϊάς:

Ο παλαβός ραγιάς.

Δε ξιέρ’ς τι παλαβοραϊάς είνι αυτούνος! Θα να τς βάν’ ουλνούς σι σιειρά μές το σπίτ’.

Ασέβαστος:

Ασεβής.

Ντίπ για ντίπ ασέβαστος, δε μ’χρωστάει καλή κουβέντα.

Μαζεύκις σα κουβάρ:

Έχεις μαζευτεί σαν κουβάρι.

Μεταφορικά για κάποιον πού έχει μαζευτεί απο το κρύο ή απο σωματικό πόνο.

Τι μαζεύκις σα κουβάρ κι καθέσι στη γουνία λες μπάκι είνι χ’μιώνας; αφού δε κάν’ κρύου;

Μούμτζας:

Μεγάλο έντομο. Μεταφορικά χρησιμοποιείται ώς ειρωνεία για κάποιον πού είναι κουτός και αφελής.

Αρέ ντίπ μούμτζας είσι; δεν ιέμοιασις ούτι τουσουϊά στούν πατιέρα’ς απ’ τ’άχ’ τιτρακόσσια!

error: Content is protected !!