Αναμέλα:

Το κοίλο μέρος στο τύμπανο του αυτιού.

Τι ουρλιέσαι αρέ μιέσα στ αυτί’μ; βγάν’του σκασμό μ’ πήρις την αναμέλα!

 

Ξιπάϊασα:


Ξεπάγιασα:

Κλεiσι α…ρέ του παραθύρ’! μας ξιπάϊασις ουλνούς!

Χ’νόπωρος, χινόπωρος:

Φθινόπωρο.

Ηρθι χ’νόπωρος, φόρα κανά ζιστό ρούχου απάνι’ς, θα πουντιάεις.

Ωρέ, χειμώνας κι ο- χειμώνας κι ο χινόπωρος
χειμώνας κι ο χινόπωρος, μαζί τρώνε και πίν’ε.

Καλέσαν και την άνοιξη κι αυτή δε μπιγιρντάει.
Μην καμαρώνεις, άνοιξη, με τα πολλά λελούδια
θε να τα πάρει ο Θεριστής, θα τα μαράνει όλα.

Παραδοσιακό.

Γουρνοχαρά:

Έθιμο των Χριστουγέννων, η σφαγή του γουρουνιού, παραμονή των Χριστουγέννων, ήταν γιορτή για κάθε σπίτι, βοηθούσαν στην σφαγή και γείτονες γιατί ήταν δύσκολη υπόθεση να σφαγιαστεί το γουρούνι.

Απ’ το σφάγιο τίποτε δεν πήγαινε χαμένο.

Μετά το γδάρσιμο του ζώου που γινόταν με προσοχή, το αλάτιζαν και το άπλωναν να στεγνώσει, μ΄αυτό κατασκεύαζαν τα “γουρνοτσάρχα”.

Τα ψαχνά του ζώου τα μαγείρευαν και τα αποθήκευαν μέσα στο λίπος του ίδιου του ζώου, όπου συντηρούνταν για πολύ καιρό, “πασπαλάς”.

Στήν συνέχεια λιώναν το λίπος, “λίπα” το χρησιμοποιούσαν αντί για λάδι, γιατί κάποτε ήταν δυσεύρετο, ή γιατί στα ορεινά χωριά δεν υπήρχε παραγωγή, και στο τέλος της διαδικασίας της λίπας φτιάχναν τσιγαρίδες.

Η ουροδόχος κύστη του ζώου “φούσκα” φτιαχνόταν μπάλα των παιδιών για το παιχνίδι τους.

Απ’ το κεφάλι τα πόδια και την ουρά, φτιαχναν τον πατσά, “πηχτή”.

Απ τα έντερα του ζώου φτιαχνόταν λουκάνικα, και απ’ το παχύ έντερο “μπουμπάρια”.

Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο! όλα τα κομμάτια του ζώου τα αξιοποιούσαν.

Δερμάτ’:

Ασκί απο δέρμα ζώου, ειρωνικά χρησιμοποιείται για κάποιον που τρώει πολύ και είναι φουσκωμένος.

Κάνι ζάφτ’ του φαί γιατί ιέγεινι σα δερμάτ’ η κλοιάς’.

Χαλέπετο:

Ερείπιο, παράγκα, κακοφτιαγμένο σπίτι.

Τι μάς άφκι για κληρουνουμιά; ιένα χαλέπετο ικεί στήν άκρ τ’ χουριού, κι τς’ αλλνούς τς’ άφκι ούλα τα χουράφια μι τού στάρ κι τς’ ιλιές.

Κουρκάρ:

Τα κρεμμύδια που είναι για μεταφύτευση σε χωράφι, οι βολβοί.

Άι σάπ’σιε του κουρκάρ, να ιδούμι τι θα φτιέψουμι φέτο;

Βοϊδόπ’τσα:

Το πέος του βοδιού, που μετά απο επεξεργασία ξεραίνεται και χρησιμοποιείται σαν μαστίγιο για τα ζώα.

Άϊτι βριμέν’ βοϊδόπτ’σα  απ’ σας χρειάζιτι!

Που τρώς ψουμί:

Που βρίσκεσαι, με ποιούς κάνεις παρέα.

Σα που είσι συ αρέ! σ’ έχασαμι, που τρώς ψουμί;

error: Content is protected !!