Ζιβάγκο.
Φόρα του κουρφουτό γιατί θα χιουνίσ’ είπαν απόψ’
Ζιβάγκο.
Φόρα του κουρφουτό γιατί θα χιουνίσ’ είπαν απόψ’
Το αμούστακο παιδί, ο έφηβος.
Ω μπώ! τι λιανουπαίδ’ είσι Χρήστου σ’ αυτήν τη φουτουγραφία ιδουϊάς;
Το πρόσφορο. Η προσφορά άρτου για την θεία ευχαριστία.
Πάρι κι μια λειτουργιά, πως θα σκώεις του ύψουμα για τη γιουρτή τ’ αδερφούς’;
Που γυρνάς αργόσχολα μες’ την γειτονιά, που κάνεις επισκέψεις σε σπίτια.
Που ήσαν μαρή κι σι ψάχνου! που σ’κών’ς υψώματα ούλ’ την ν’μέρα;
Κεφαλιά, χτυπάω με ορμή το κεφάλι κάποιου με το κεφάλι μου. Όταν τα κριάρια κουτουλιούνται μεταξύ τους. Μεταφορικά για συνωστισμό ανθρώπων σε πολύ μικρό χώρο.
Είδις πως κουντριένται τα μ’κρά τα τραγάκια;
Μεταφορική έννοια για ανθρώπους.
Σα πουλοί δε μαζεύκαμι ιδώ! άϊ λίγου σια πιέρα γιατί κουντριέμαστε σα τα πράϊτα.
Αυτός που είναι σε καλή φόρμα ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία.
Είδις ου παππούς! κουτσιανάτους! μπάκι τι του πιέρασις ισύ κάνε!