Κουρφουτό:

Ζιβάγκο.

Φόρα του κουρφουτό γιατί θα χιουνίσ’ είπαν απόψ’

Ανάρχ’τα:

Ρούχο στούς ώμους.

Θα βγάν’ ψιύχρα απόψ’ φόρα κάτ’ ανάρχ’τα μη σι γκιάξ.

Ω! μπώ:

Πω πω!

Ω! μπώ μ’ μπήτ’σι του ψουμί κι τώρα τι κάνου απ’ θα ρθεί κόσμους για φαί του βράδ’;

Λιανουπαίδ’:

Το αμούστακο παιδί, ο έφηβος.

Ω μπώ! τι λιανουπαίδ’ είσι Χρήστου σ’ αυτήν τη φουτουγραφία ιδουϊάς;

Λειτουργιά:

Το πρόσφορο. Η προσφορά άρτου για την θεία ευχαριστία.

Πάρι κι μια λειτουργιά, πως θα σκώεις του ύψουμα για τη γιουρτή τ’ αδερφούς’;

Που σ’κών’ς υψώματα;

Που γυρνάς αργόσχολα μες’ την γειτονιά, που κάνεις επισκέψεις σε σπίτια.

Που ήσαν μαρή κι σι ψάχνου! που σ’κών’ς υψώματα ούλ’ την ν’μέρα;

Νταβάν’:

Το έντομο ντάβανος ή βοϊδόμυγα, αλλιώς οίστρος.

Γυρουφέρν’ ιένα νταβάν’, πρόσιχι τα πιδιά μη τα τσιουμπίς κι ρικάξ’νε απ’ τούν πόνου!

 

Κουντριέμαι, κουντράω:

Κεφαλιά, χτυπάω με ορμή το κεφάλι κάποιου με το κεφάλι μου. Όταν τα κριάρια κουτουλιούνται μεταξύ τους. Μεταφορικά για συνωστισμό ανθρώπων σε πολύ μικρό χώρο.

Είδις πως κουντριένται τα μ’κρά τα τραγάκια;

Μεταφορική έννοια για ανθρώπους.

Σα πουλοί δε μαζεύκαμι ιδώ! άϊ λίγου σια πιέρα γιατί κουντριέμαστε σα τα πράϊτα.

Κατηβασιά:

Όταν υπερχιλίζει το ποτάμι απ’ τις βροχές, ή  ορμητικός χείμαρος λόγω βροχής.

Πρόσιχι ουόταν κατιβιαίν’ς σιακάτ’ ιέχ’ κατιβάσ’ του πουτάμ’, ατήρα μη σι πάρ’ παραμάζουμα.

 

Κουτσιονάτους ή κοτσιανάτος:

Αυτός που είναι σε καλή φόρμα ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία.

Είδις ου παππούς! κουτσιανάτους! μπάκι τι του πιέρασις ισύ κάνε!

error: Content is protected !!