Δεν εγκρίνω κάτι απ’ τις προτιμήσεις σου, ή απ’ τον τρόπο ζωής σου.
Δε μ’ αρέσ’ η δλειάς’ μ’ αυτήν τη χήρα, κόψι τα σούρτα φέρτα μη μας μουλουγάει ου κόσμους.
Δεν εγκρίνω κάτι απ’ τις προτιμήσεις σου, ή απ’ τον τρόπο ζωής σου.
Δε μ’ αρέσ’ η δλειάς’ μ’ αυτήν τη χήρα, κόψι τα σούρτα φέρτα μη μας μουλουγάει ου κόσμους.
Μπρούμητα.
Γύρνα ταπίστουμα να σ’ κουλήσου πουτήρια.
Μ’ όσες δυνάμεις μου απέμειναν.
Μιέχρι να ρθεί ου γιατρός ξιηρό κουράϊο ιέκανα απ’ τα πουνίδια πού’χα.
Μήπως.
Τσακίσκα κι έπισα καταής, σάματ’ ήταν κανένας να μη σκώσ’! μαναχόζου’μ σκώθ’κα.
Δεν κουράζεται.
Πήρι κινούργιο αμάξ’ αυτός τουώρα κι δε τιλεύεται, να κάν’ φιγούρα μες’ του χουριό.
Τι του στούμπ’σις ιτσιά του καρύδ’! πουώς θα του βάνου μες’ του γλυικουό ιέτ’ς απ’ τόκανις!
Σαγόνι. Ειρωνικά για φλύαρο άνθρωπο.
Αρέ τι στιαουλάνθρουπους είσι σύ! άπαυου του τσιαούλι’ ς.
Αλωνιστική μηχανή. Ειρωνικά για λαίμαργη και ευτραφή γυναίκα.
Σιγά μαρή σταμάτα να ματσαλάς, σα πατόζα ιέχ’ς γιέν’
Μειωτικός χαρακτηρισμός για παχιά γυναίκα.
Ποιά αρέ αυτήν η μπουχλάβα είνι η γ’ναίκατ’;