Δε μ’ αρέσ’ η δλειάς’:

Δεν εγκρίνω κάτι απ’ τις προτιμήσεις σου, ή απ’ τον τρόπο ζωής σου.

Δε μ’ αρέσ’ η δλειάς’ μ’ αυτήν τη χήρα, κόψι τα σούρτα φέρτα μη μας μουλουγάει ου κόσμους.

Ταπίστουμα:

Μπρούμητα.

Γύρνα ταπίστουμα να σ’ κουλήσου πουτήρια.

Ξιηρό κουράϊο:

Μ’ όσες δυνάμεις μου απέμειναν.

Μιέχρι να ρθεί ου γιατρός ξιηρό κουράϊο ιέκανα απ’ τα πουνίδια πού’χα.

Σάματ’:

Μήπως.

Τσακίσκα κι έπισα καταής, σάματ’ ήταν κανένας να μη σκώσ’! μαναχόζου’μ σκώθ’κα.

Δε τιλεύεται:

Δεν κουράζεται.

Πήρι κινούργιο αμάξ’ αυτός τουώρα κι δε τιλεύεται, να κάν’ φιγούρα μες’ του χουριό.

Στουμπάου:

Τι του στούμπ’σις ιτσιά του καρύδ’! πουώς θα του βάνου μες’ του γλυικουό ιέτ’ς απ’ τόκανις!

Πατόζα:

Αλωνιστική μηχανή. Ειρωνικά για λαίμαργη και ευτραφή γυναίκα.

Σιγά μαρή σταμάτα να ματσαλάς, σα πατόζα ιέχ’ς γιέν’

Μπουχλάβα:

Μειωτικός χαρακτηρισμός για παχιά γυναίκα.

Ποιά αρέ αυτήν η μπουχλάβα είνι η γ’ναίκατ’;

error: Content is protected !!