Λιμασμένος:

Λαίμαργος.

Τά’ φαϊ ούλα του λιμασμένου, δεν άφκι τίποτας για μας.

Λούρα:

Βέργα.

Αϊτι κι πιάσου τη λούρα κιαρατά θα σι κάνου μαύρον απ’ του ξύλου.

Μουνουχίζω:

Στειρώνω.

Μουνούχ’σα κι τούν τράγου κι ουόταν θα σφαχτεί δε θα μυρίζ’ ντίπ στου μαϊέρεμα.

Ξετσαουλιάστ’κα:

Χασμουργιέμαι με πολύ ανοιχτά τα σαγόνια.

Ξετσαουλιάατ’κα απ’ τη νύστα πάου να ξαπλουθού.

Σβαρνίστ’κα:

Σύρομαι κτάχαμα.

Ξαγλύστρησα ιέπισα κι σβαρνίστ’κα καταής, ιέσκισα και του παντιλόνι’μ.

Πλύμα στα ίδρωτα:

Μούσκεμος απ’ τον ιδρώτα.

Εκανε μια ζιέστα σιήμιρα! μπανιαρίσ’κα κι πάλι πλύμα στα ίδρωτα ιέγεινα.

Ξεστρίφτ’κα:

Διαλύθηκα, εξοντώθηκα,

Ξισρτίφτ’κα απ τα γέλια σταμάτα σ’ λέου!

Κούσιαλο:

Γέρος, ανήμπορος ηλικιωμένος.

Μαζιεύκαν στην πλατεία απ’ κάτ απ τούν πλάατανου, ούλα τα  γεροκούσιαλα κι παίζνε κουλτσίνα.

Νάμ κοκαλένιο νάμ χρυσό:

Ευχή για το πρώτο δόντι μικρού παιδιού που άλλαζε. Το παιδί έπρεπε με δύναμη την ώρα που βασίλευε ο ήλιος να πετάξει το δόντι σε μια στέγη με κεραμύδια και να πεί τρείς φορές.

Νάμ κοκαλένιο νάμ χρυσό!

ή να κοκαλένιο, δος μ’ χρυσό,

ή σ’ δίνω κοκαλένιο να μ’ δώεις σιδερένιο!

Κλαπατσίγκανα:

Μουσικά όργανα σε πανηγύρι. Μεταφορικά για κάποιον πού κάνει θόρυβο με κάτι που θυμίζει μουσικό όργανο, ή ακούει δυνατά μουσική.

Μας πήρες τ’αυτιά μ’ αυτά τα κλαπατσίγκανα.

 

error: Content is protected !!