Λαίμαργος.
Τά’ φαϊ ούλα του λιμασμένου, δεν άφκι τίποτας για μας.
Λαίμαργος.
Τά’ φαϊ ούλα του λιμασμένου, δεν άφκι τίποτας για μας.
Στειρώνω.
Μουνούχ’σα κι τούν τράγου κι ουόταν θα σφαχτεί δε θα μυρίζ’ ντίπ στου μαϊέρεμα.
Χασμουργιέμαι με πολύ ανοιχτά τα σαγόνια.
Ξετσαουλιάατ’κα απ’ τη νύστα πάου να ξαπλουθού.
Σύρομαι κτάχαμα.
Ξαγλύστρησα ιέπισα κι σβαρνίστ’κα καταής, ιέσκισα και του παντιλόνι’μ.
Μούσκεμος απ’ τον ιδρώτα.
Εκανε μια ζιέστα σιήμιρα! μπανιαρίσ’κα κι πάλι πλύμα στα ίδρωτα ιέγεινα.
Διαλύθηκα, εξοντώθηκα,
Ξισρτίφτ’κα απ τα γέλια σταμάτα σ’ λέου!
Γέρος, ανήμπορος ηλικιωμένος.
Μαζιεύκαν στην πλατεία απ’ κάτ απ τούν πλάατανου, ούλα τα γεροκούσιαλα κι παίζνε κουλτσίνα.
Ευχή για το πρώτο δόντι μικρού παιδιού που άλλαζε. Το παιδί έπρεπε με δύναμη την ώρα που βασίλευε ο ήλιος να πετάξει το δόντι σε μια στέγη με κεραμύδια και να πεί τρείς φορές.
Νάμ κοκαλένιο νάμ χρυσό!
ή να κοκαλένιο, δος μ’ χρυσό,
ή σ’ δίνω κοκαλένιο να μ’ δώεις σιδερένιο!
Μουσικά όργανα σε πανηγύρι. Μεταφορικά για κάποιον πού κάνει θόρυβο με κάτι που θυμίζει μουσικό όργανο, ή ακούει δυνατά μουσική.
Μας πήρες τ’αυτιά μ’ αυτά τα κλαπατσίγκανα.