Νταμ’ζάνα :

Η μεγάλη γυάλινη μπουκάλα επενδυμένη εξωτερικά με ψάθα για να μη σπάει.

Πάρε τη νταμ’ζάνα  γιόμστην κρασί κι δώστη’ν στούν μπάρμπα’ς.

Μανουσάκι:

Νάρκισσος.

Εμένα η μάναμ’ μ’ έστειλε να μαζέψω μανουσάκια
Μανουσάκια, μανουσάκια μόσχος και γαρυφαλάκια.

Σρτοφή απ το γνωστό δημοτικό τραγούδι.

 

 

Λόγγος:

Τόπος με θαμνώδη βλάστηση και μικρά δέντρα.

Στον λόγγο ιέχνε τς’ φωλιέτ’ς οι αλπές.

Κλάρα:

Κλαδί δέντρου.

Μη κρεμιέσαι απάν’ στην κλάρα θα σπάσ’ κι θα τσιακστείς.

Δροτσίλα:

Δερματικός ερεθισμός, σπυράκια λόγω της ζέστης.

Δεν είναι τίποτας, δροτσίλα απ’ τη ζιέστα είνι κι θα φύβγ’

Διακονιάρ’ς:

Ζητιάνος.

Κατάντ’σαμε διακουνιάρ’δες ιμείς απ’ ούχαμι ούλα τα καλά.

Συνγκεριάζω:

Βάζω σε τάξη.

Ιέχου να συνγκεριάσου κι τα ρούχα στου μπαούλου κι μιτά καθέμαι δε κάνω τίποτας άλλο.

Σκάλος:

Σκάλισμα σε χωράφι.

Πάου για σκάλου κι ρχιέμαι μιτά στού σπίτ’ να φάου κι να κμηθού μια στάλα.

Χουϊάζω:

Φωνάζω με δύναμη.

Τι χουϊάει’ς ιέτ’ς μαρή Παναϊού! ούλου του χωριό σ’ άϊκσε.

error: Content is protected !!