Κατάρα κατά ανθρώπου.
Που να φάω τα κόλλυβά της κηδεία σου.
Κατάρα κατά ανθρώπου.
Που να φάω τα κόλλυβά της κηδεία σου.
Κατάρα κατά ανθρώπου.
Που να σου φτιάξω τον τάφο σου.
Κατάρα κατά ανθρώπου.
Να χαθείς να μην φαίνεσαι.
Που να σε πιάσει θέρμη, (υψηλός, επαναλαμβανόμενος πυρετός).
Κατάρα κατά ανθρώπου.
Οταν ενα ζώο είναι στον καιρό του για ζευγάρωμα.
Σέρν’ η γάτα για γάτο, πάλε θα γιομίσουμι γατσόπλα.
Οταν ένα ζώο είναι στόν καιρό του για ζευγάρωμα.
Μ’ φένιτι ουότ’ ζητάει η σκύλα, μπάκαι ιέχ’ς κανά τσουπανόσκ’λο να τς’ φιέρουμι;
Κυνηγόσκυλο. Μεταφορικά και για κάποιον που στέκεται και περιμένει υπομονετικά να πάρει πιστά εντολές.
Τι στέκεσαι ωρέ ουόξου σαν του ζαγάρ’; μπέκα* μέσα.
*Μπές.
Εξώγκομα, λίπωμα.
Θα πάθω τίποτας; έβγανα ιένα γρουμπούλ’ ιδώ χαμπλά.