Ζητάει: Συνώνυμο “σέρνει”:

Οταν ένα ζώο είναι στόν καιρό του για ζευγάρωμα.

Μ’ φένιτι ουότ’ ζητάει η σκύλα, μπάκαι ιέχ’ς κανά τσουπανόσκ’λο να τς’ φιέρουμι;

Ζαγάρ’:

Κυνηγόσκυλο. Μεταφορικά και για κάποιον που στέκεται και περιμένει υπομονετικά να πάρει πιστά εντολές.

Τι στέκεσαι ωρέ ουόξου σαν του ζαγάρ’; μπέκα* μέσα.

*Μπές.

 

Δημοσά:

Δημόσιος δρόμος.

Ανέβα στη δημοσά, ουόλου κι κάποιου αμάξ’ πιρνάει απού κεί.

Χαμπλά:

Χαμηλά.

Πιό χαμπλά σ’ λέου αρέ να του βάν’ς ουόχ’ τόσου ψλά γιατί δε του φτάνου.

Γρουμπούλ’:

Εξώγκομα, λίπωμα.

Θα πάθω τίποτας; έβγανα ιένα γρουμπούλ’ ιδώ χαμπλά.

error: Content is protected !!