Κάποιος που έχει ακόμη παρά το πέρασμα της ηλικίας του, σεξουαλικές ορμές.
Δε μπουρού κάνε; του λέει ακόμα η περδικούλάμ’.
Κάποιος που έχει ακόμη παρά το πέρασμα της ηλικίας του, σεξουαλικές ορμές.
Δε μπουρού κάνε; του λέει ακόμα η περδικούλάμ’.
Hλικιωμένος που χρειάζεται γηροκόμιση.
Αϊ τι μι πιέρασις ιμένα γηροκόμ’; μπάκαι τι μι πιέρασις ιμένα! του λέει ακόμα η περδικούλά’μ.
Φάντασμα.
Αγιέ’μ μι έσκιαξις ιέτ’ς απ’ παρουσιάσκιες μπρουστά’μ σαν του αφάντιασμα!
Δέν νηστεύω.
Μπάκαι χάζιψις; δεν τούν τρώω τούν κουραμπιέ σ’ λέου, αφού δεν αρτένομι!
Γίδια που περπατάνε εδώ και κεί άτσαλα χωρίς μια κανονική ροή.
Τι μι πιέρασις γίδ’ αρόϊαγου να πάω κι γω ικεί ουόπως παϊέναι αυτοίν;
Διάφανο, διαυγές σαν γυαλί.
Καθαρουγυάλ’ απόψ’ ου ουρανός, ούλα τα αστέρια φιένουντι.
Φύλλα καπνού, σκόρδων, περασμένα σε νήμα.
Αϊτι να αρμαθιάσουμι κι αυτά τα καπνά π’ ανέμκαν κι να φύφγουμι.
Κουράστηκα.
Στέκα πιδάκι’μ να ξαπουστάσου λιγάκ’, μι πόνισαν τα πουδάρια’μ.