Tου λέει ακόμα η περδικούλάμ’:

Κάποιος που έχει ακόμη παρά το πέρασμα της ηλικίας του, σεξουαλικές ορμές.

Δε μπουρού κάνε; του λέει ακόμα η περδικούλάμ’.

Γηροκόμ’:

Hλικιωμένος που χρειάζεται γηροκόμιση.

Αϊ τι μι πιέρασις ιμένα γηροκόμ’; μπάκαι τι μι πιέρασις ιμένα! του λέει ακόμα η περδικούλά’μ.

Βούριαξε:

Η ώρα ζώων για ζευγάρωμα. Μεταφορικά και για γυναίκα ελευθεριάζουσα, ή κάποια που αλλάζει ερωτικούς συντρόφους συνεχώς.

Δε τη γλέπ’ς απ’ βούριαξι για άντρα; ά! ετσιά είναι κι τα κουρίτσιατ’ς τα βουριάρκα.

 

Αφάντιασμα:

Φάντασμα.

Αγιέ’μ μι έσκιαξις ιέτ’ς απ’ παρουσιάσκιες μπρουστά’μ σαν του αφάντιασμα!

Αρτένομαι:

Δέν νηστεύω.

Μπάκαι χάζιψις; δεν τούν τρώω τούν κουραμπιέ σ’ λέου, αφού δεν αρτένομι!

Γίδια αρόϊαγα:

Γίδια που περπατάνε εδώ και κεί άτσαλα χωρίς μια κανονική ροή.

Τι μι πιέρασις γίδ’ αρόϊαγου να πάω κι γω ικεί ουόπως παϊέναι αυτοίν;

Να μ’ βάν’ς κωλουφουτιές για φανάρια.

Κωλοφωτιά= πυγολαμπίδα.

Εκφραση που δίχνει κάποιον με ανεπτυγμένη αντίληψη και δεν μπορείς να τον κοροϊδέψεις εύκολα.

Μεταφορικά κάποιος όαταν κάποιον προσπαθεί να πίσει κάποιον πως οι πυγολαμπίδες έχουν το ίδιο φως όπως τα φανάρια.

Μπάκαι δε σι κατάλαβα! τι πας να μ΄βάν’ς κωλουφουτιές για φανάρια;

Καθαριουγυάλ’:

Διάφανο, διαυγές σαν γυαλί.

Καθαρουγυάλ’ απόψ’ ου ουρανός, ούλα τα αστέρια φιένουντι.

Αρμάθα, αρμαθιά:

Φύλλα καπνού, σκόρδων, περασμένα σε νήμα.

Αϊτι να αρμαθιάσουμι κι αυτά τα καπνά π’ ανέμκαν κι να φύφγουμι.

Απόστασα:

Κουράστηκα.

Στέκα πιδάκι’μ να ξαπουστάσου λιγάκ’, μι πόνισαν τα πουδάρια’μ.

error: Content is protected !!