Αλάνταβος:

Βιαστικός, απρόσεκτος.

Πιδάκι’μ τι τρώς αλάνταβα; σα γλάρους καταπαίν’ς του φαί.

Χλιάρ’:

Κουτάλι.

Μι του χλιάρ’ φάε τς φακιές πιδάκι’μ

Μπουχαρί:

Η εσωτερική καμινάδα.

Καθάρ’σι του  μπουχαρί, κι πρόσιχι μη γεμίεις καρβούνες.

Λάκα:

Εδαφικό ίσιωμα.

Πήρα τη λάκα κι σιγά σιγά ιέφτασα.

 

Κούσιαλου:

Γέρος.

Τι γιερουκούσαλου απ’ πήγι κι παντρεύκι η έρμ η θλιβιρή;

Καλουσκέρ’σα:

Δοκίμασα πρώτος.

Ιέφκιξα του φαί κι δι καλουσκέρ’σα μια χαψιά ναιδού τι σόι είνι!

Αλάργα:

Μακριά.

Πάαινε αλάργα απ του μπλάρ μη σι κλουτσουπατήσ’

Χλίβουμαι:

Αγωνίζομαι, θλίβομαι.

Ιέχου τς’ θκιέζουμ τς χλιμάρες ιέχου κι σιένα απ’ πάν απ’ του κιφάλι’μ

error: Content is protected !!