Τσιάχαλου:

Σκουπιδάκι.

Μ’μπήκι ιένα τσάχαλου μες’ το μάτ’, δε μπουρού να του βγάλου.

Τριψιάνα:

Τριμμένο ψωμί σε γάλα, ή σε φαγητό λαδερό, ή σαλάτα.

Σκ΄θκα του προυί, ιέφαγα μια τριψάνα κι κίν’σα κατ’ του χουράφ.

Τενιάζω:

Κουράζομαι.

Τένιασα απ’ τς’ δλειές δε μπουρού άλλο.

Σπουλάκι:

Το ευχαριστώ, η υποχρέωση.

Τ’ς τραπέζουνα ουλνούς να τ’ ακούσου του σπουλάκ’.

Λαγγεύω:

Λαχταράω.

Δε λαγγεύ’ς για να βγείς σα όξου, απ’ καθέσαι ουόλ’ την νμιέρα μες’ στου σπίτ’ να σι ιδεί λιγάκ’ ου ηλάκος;

Ζαρίφ’κο:

Αρρωστιάρικο.

Ντίπ ζαρίφ’κα γεννέθκαν αυτά τα αρνιά, θα βάνου να τα ξικάνω κανιά ώρα.

Γρούμπα:

Καμπούρα.

Τι γρούμπιασις ιέτ’ς ωρέ Παναή; ίσιασι την πλάτη’ς.

Γκ’σουμανάω:

Ασθμαίνω, βαριανασαίνω.

Τι γκ’σουμανάς ιτσά πιδάκι’μ τι έχ’ς;

Σιντίλα:

Γύρω γύρω.

Του’φιρα του σπίτ’ σιντίλα, του δαχλύδ’ δε το’ηβρα.

error: Content is protected !!