Σκουπιδάκι.
Μ’μπήκι ιένα τσάχαλου μες’ το μάτ’, δε μπουρού να του βγάλου.
Σκουπιδάκι.
Μ’μπήκι ιένα τσάχαλου μες’ το μάτ’, δε μπουρού να του βγάλου.
Τριμμένο ψωμί σε γάλα, ή σε φαγητό λαδερό, ή σαλάτα.
Σκ΄θκα του προυί, ιέφαγα μια τριψάνα κι κίν’σα κατ’ του χουράφ.
Κουράζομαι.
Τένιασα απ’ τς’ δλειές δε μπουρού άλλο.
Το ευχαριστώ, η υποχρέωση.
Τ’ς τραπέζουνα ουλνούς να τ’ ακούσου του σπουλάκ’.
Κοιλιά, προκοίλι.
Τι μπρουστούρα είν’ αυτήν ωρέ;
Καμπούρα.
Τι γρούμπιασις ιέτ’ς ωρέ Παναή; ίσιασι την πλάτη’ς.
Ασθμαίνω, βαριανασαίνω.
Τι γκ’σουμανάς ιτσά πιδάκι’μ τι έχ’ς;