Πνίγομαι.
Μι πίγκουσις πνα μη σώεις.
Πνίγομαι.
Μι πίγκουσις πνα μη σώεις.
Ανάποδα.
Γύρνα τ’ απίστομα πιδάκι’μ ιέτ’ς απ’ καθέσαι θα απουμουθείς.
Θάμνος.
-Μαμά θέλου να κατρήσου.
-Πάαινε πίσου απ’ τς’ πατλιές.
Μοιάζω.
Δεν όϊδισι κατ’ ιμένα αυτό το πιδί, όϊδισι κατ’ τούν πατιέρα’τ.
Παίζω με το νερό, βουτάω σε νερά, πατάω (χοροπηδάω) σε νερά.
Μας γιόμσις νερά! σταμάτα να πλατσιανάς.
Μασάω σκληρή τροφή, κάνοντας τον χαρακτηριστικό ήχο κράτς κράτς.
Μη κρατσανάς ιέτ’ς μι τα δόντια’ς, θα τα σπάεις.
Σαγόνια. Σαν χαρακτηρισμός για κάποιον που είναι φλύαρος.
Σκάσι γιατί θα στα σπάσου τα τσαούλια.
Μωρέ τι τσαουλάνθρουπους είναι αυτούνους; άπαυα τα τσαούλια’τ.
Πιέζομαι, στριμώχνομαι.
Τι μι στρίτζουσις ιδω στη γουνία; άφκεμι να πάρου ανάσα.
Τρέχω άτσαλα.
Πουδουτσακίσ’κα να προυλάβου.
Κάτσε και μή μιλάς.
Τράβα κι κ’τάς κι ασι τς ιξυπνάδις.