Απίστομα:

Ανάποδα.

Γύρνα τ’ απίστομα πιδάκι’μ ιέτ’ς απ’ καθέσαι θα απουμουθείς.

 

Πατλιά:

Θάμνος.

-Μαμά θέλου να κατρήσου.

-Πάαινε πίσου απ’ τς’ πατλιές.

 

Ουϊδίζω:

Μοιάζω.

Δεν όϊδισι κατ’ ιμένα αυτό το πιδί, όϊδισι κατ’ τούν πατιέρα’τ.

Πλατσιανάω:

Παίζω με το νερό, βουτάω σε νερά, πατάω (χοροπηδάω) σε νερά.

Μας γιόμσις νερά! σταμάτα να πλατσιανάς.

Κρατσανάου:

Μασάω σκληρή τροφή, κάνοντας τον χαρακτηριστικό ήχο κράτς κράτς.

Μη κρατσανάς ιέτ’ς μι τα δόντια’ς, θα τα σπάεις.

 

Τσαούλια:

Σαγόνια. Σαν χαρακτηρισμός για κάποιον που είναι φλύαρος.

Σκάσι γιατί θα στα σπάσου τα τσαούλια.

Μωρέ τι τσαουλάνθρουπους είναι αυτούνους; άπαυα τα τσαούλια’τ.

Στριντζώνομαι:

Πιέζομαι, στριμώχνομαι.

Τι μι στρίτζουσις ιδω στη γουνία; άφκεμι να πάρου ανάσα.

error: Content is protected !!