Κοιτάζω.
Τι μι τράς ιτσά; μπάκαι δε μι ξιέρ’ς
Κοιτάζω.
Τι μι τράς ιτσά; μπάκαι δε μι ξιέρ’ς
Κάθομαι κάπου απρόσσκλητος με άνεση και αναισθησία.
Τι μού ρθες κι μ’ θρουνιάσκις ιδώ; σι κάλισι κανένας;
Μασάω.
Τι ματσαλάς ιέτ’ς κλείστου του στόμα’ς.
Αυτός πού έχει πεταχτά αυτιά.
Μωρέ τι καρλαύτ’ς είνι αυτούνος;
Δένω κόμπω.
Τι του κουμπόθιασις ιέτ’ς; ιέλα κι ξικουμπόθιαστου τώρα.
Καλύτερα.
Κάλιου να πέθινα παρά αυτό απ’ όμαθα.
Φορτώνομαι.
Ζαλώθκα τα ξύλα στη πλάτη’μ κι πήρα τούν κατήφουρου.