Τράω:

Κοιτάζω.

Τι μι τράς ιτσά; μπάκαι δε μι ξιέρ’ς

Σαλαγάω

Κουμαντάρω κοπάδι ζώων, είτε τα μαζεύω είτε τα διώχνω.

Σαλάγατα τα γίδια κι τα πρόβατα.

Θρουνιάζουμαι:

Κάθομαι κάπου απρόσσκλητος με άνεση και αναισθησία.

Τι μού ρθες κι μ’ θρουνιάσκις ιδώ; σι κάλισι κανένας;

Ματσιαλάω:

Μασάω.

Τι ματσαλάς ιέτ’ς κλείστου του στόμα’ς.

Καρλαύτ’ς:

Αυτός πού έχει πεταχτά αυτιά.

Μωρέ τι καρλαύτ’ς είνι αυτούνος;

Κουμπουθιάζω:

Δένω κόμπω.

Τι του κουμπόθιασις ιέτ’ς; ιέλα κι ξικουμπόθιαστου τώρα.

Κάλιου:

Καλύτερα.

Κάλιου να πέθινα παρά αυτό απ’ όμαθα.

Βαΐζει:

Γέρνει.

Αγιέ’μ βαίζ’ τού μπαούλου ιέτς απ’ του φόρτουσις απάν στού γμάρ.

Ζαλώνουμαι:

Φορτώνομαι.

Ζαλώθκα τα ξύλα στη πλάτη’μ κι πήρα τούν κατήφουρου.

Μούτος:

Μουγκός.

Τίποτας μούτο μι πέρασις κι δε θα πω κβέντα απ’ αυτά απ’ γλέπου;

error: Content is protected !!