Καλαμ’κανάς

Πελαργός, ή ερωδιός. Σύνθετη λέξη καλάμια και πόδια (κανιά). Χαρακτηρίζεται αυτός που έχει ψυλά πόδια, ή είνα αρκετά ψηλός.

Αγιέ’μ τι σκιάισι κουτζάμ καλαμ’κανάς;

Κακαργιέμαι:

Το κακάρισμα της κότας. Μεταφορικά όταν κάποιος γελάει ασταμάτητα.

Τι κακαργιέσαι σαν να σ’ καθαρίζνε αυγά;

 

Ζουρλουπαντιέρα:

Τρελλή. Μεταφορικά η σημαία που την πάει πέρα δώθε ο άνεμος.

Τέτοια ζουρλουπαντιέρα απ’ ούσι;

Θαλαπώνω:

Εξαφανίζω.

Σα πού Θαλαπώθ’κε κι δε του βρίσκου;

Bουνιά:

Οι κοπριές των αγελάδων.

Πάινε να μάεις τς’ βουνιές απ’ τουν στάβλου.

Ζούμπερο:

Κάθε μορφής μικρό ζώο.

Αγιέμ’ τι ζούμπερου είναι αυτόνο;

error: Content is protected !!