Μπλάνα:

Κομμάτι χώματος στερεοποιημένο. Σαν χαρακτηρισμός το ογκώδες άτομο.

Οταν ουργών’ς του χουράφ’ γιομίζ’ μπλάνες.

Κ’νάου:

Ξεκινώ.

Κίνσ’α μια κι δυο για του χουριό.

Απίθουσα:

Τοποθέτησα.

Απίθουστου ικίας πιδάκι’μ κι θα του μαζιέψου μιτά ιγώ.

Φιβγάλα:

Πήραμι τη φιβγάλα μόλις είδαμι τα σκλιά να ρχιένται απάνε μας.

Ριβά:

Πλάγια.

Μη του βάν’ς ριβά βάντο τα ίσια.

Ρχιέμαι:

Έρχομαι.

Ρχιέμαι σ’ λέου μη φουνάεις σα παλαβό.

Παϊαίνου:

Πηγαίνω.

Ώραα Θανάσ΄ πού παϊαίν’ς μ’ αυτό τού κρ’υου;

Κάϊτ’ς:

θα κάτσεις.

Θα να κάϊτ’ς κανιά βολά καταίτσα ή θα καθέσαι απ’ πάν απ’ τού κιφάλι’μ σα τούν χάρου;

Ιέφκα:

Εφυγα.

Ιέφκες απού ικείας για να πας ιδώϊας; ντίπ χαζιά είσι μαρή;

error: Content is protected !!