Κατηγορία: Μ

Μπαζακανιές:

Το πάρε δώσε με κάποιον, αλισφερίσι.

Τι μπαζακανιές μ’ αρχίνσεις μ’ αυτόν! αφού σ’ λέου δε θέλου να τον γλέπου ούτι ζουγραφστόν.

Μούκ-μούκ:

Οταν κάποιος είναι ράθυμος.

Αϊντε μια ουώρα μούκ-μούκ κνής λιγάκ’ θα ξημιρουθούμι μιέχρι να φτάσουμι.

Μαϊμές:

Οι μαϊμούδες.

Τι κουτσαμπδάς αρέ ουόπως κάνε οι μαϊμές;

Μαλλιαγράου:

Βγάζω μαλλί απ τη ρόκα ή αγγίζω ή πειράζω επίμονα κάτι με τα χέρια.

Αστου τού γατσόπλου καταή κι μη του μαλλιγράς κι κουλλήεις κανιά αστένεια.

Μάμος:

Ξωτικό και φόβητρο των μεγάλων για τα παιδιά.

Φάι ούλου τού φαί’ς, γιατί θα βγεί ού μάμους απ’ τού πιγάδ’ να σί φάει.

Μαμαλίγκα και κολοκθομαμαλίγκα:

Τοπική πίτα της ρούμελης, η οποία φτιάχνεται σ’όλη την περιοχή των Βαλκανίων, με βάση το  καλαμποκίσιο αλεύρι, με κολοκύθι λέγεται κολοκθομαμαλίγκα.

Μπαμπανέτσα:

Τοπική πίτα με καλαμποκάλευρο, δημοφιλής στά χρόνια της κατοχής, με διάφορα χόρτα όπως σπανάκι, παπαρούνες, καυκαλίθρες, σέσκουλα, μυρνίθρες (μυρώνια),  πράσα,  ξερά κρεμμύδια, άνηθο και δυόσμο.

Μανταλίδ’:

Τούβλο.

Ιψέ τού βράδ’ μό κλεψαν ούλα τα μανταλίδια απ’ ούχα για να φκιάξου τού χαϊάτ’.

Ματσαλάω:

Μασάω.

Ματσάλα καλά τού φαί κι μή τού καταπαίν’ς σα πάπος.

Μιλεούνι:

Πλήθος.

Κόσμου απ’ ούχι ιψέ στού γάμου! μιλεούν’ ού κόσμους.

error: Content is protected !!