Το πάρε δώσε με κάποιον, αλισφερίσι.
Τι μπαζακανιές μ’ αρχίνσεις μ’ αυτόν! αφού σ’ λέου δε θέλου να τον γλέπου ούτι ζουγραφστόν.
Το πάρε δώσε με κάποιον, αλισφερίσι.
Τι μπαζακανιές μ’ αρχίνσεις μ’ αυτόν! αφού σ’ λέου δε θέλου να τον γλέπου ούτι ζουγραφστόν.
Οταν κάποιος είναι ράθυμος.
Αϊντε μια ουώρα μούκ-μούκ κνής λιγάκ’ θα ξημιρουθούμι μιέχρι να φτάσουμι.
Οι μαϊμούδες.
Τι κουτσαμπδάς αρέ ουόπως κάνε οι μαϊμές;
Βγάζω μαλλί απ τη ρόκα ή αγγίζω ή πειράζω επίμονα κάτι με τα χέρια.
Αστου τού γατσόπλου καταή κι μη του μαλλιγράς κι κουλλήεις κανιά αστένεια.
Τοπική πίτα με καλαμποκάλευρο, δημοφιλής στά χρόνια της κατοχής, με διάφορα χόρτα όπως σπανάκι, παπαρούνες, καυκαλίθρες, σέσκουλα, μυρνίθρες (μυρώνια), πράσα, ξερά κρεμμύδια, άνηθο και δυόσμο.
Μασάω.
Ματσάλα καλά τού φαί κι μή τού καταπαίν’ς σα πάπος.
Πλήθος.
Κόσμου απ’ ούχι ιψέ στού γάμου! μιλεούν’ ού κόσμους.