Άφησα.
Πιέθανι ου άντρατ’ς κι την άφ’κι μαναχήτ’ς.
Άφησα.
Πιέθανι ου άντρατ’ς κι την άφ’κι μαναχήτ’ς.
Λεπτά κλαριά. Μεταφορικά τα πολύ λεπτά πόδια.
Φάει μάνα’μ απ’όχ’ς κάτ’ πουδαράκια σα τσάκνα!
Χαρτοπαίγνιο, το εικοσιένα.
Πάμι στου καφινείου να πιέξουμι κανά στούκ’;
Χαμηλό ύψωμα γής για κεκλιμένες καλλιέργειες για να συγκρατείται το χώμα.
Ιέσπασι του κάρου κουντά στούν όχτο, τ’ άφ’κα αδικεί κι σκώθ’κα κι ιέφ’κα.
Ερείπιο.
Πιέθαναν οι γουνίδεσ’τ κι του σπίτιτ’ς ιέγινε έρμου κι ρ’μαδιακό.