Άφ’κα:

Άφησα.

Πιέθανι ου άντρατ’ς κι την άφ’κι μαναχήτ’ς.

Τσάκνα:

Λεπτά κλαριά. Μεταφορικά τα πολύ λεπτά πόδια.

Φάει μάνα’μ απ’όχ’ς κάτ’ πουδαράκια σα τσάκνα!

Στούκ’:

Χαρτοπαίγνιο, το εικοσιένα.

Πάμι στου καφινείου να πιέξουμι κανά στούκ’;

Ρουπακιά:

Έδαφος με χαμηλά πουρνάρια.

Ιέβανα παγάνες για τς’ λαγοί, σακάτ στη ρουπακιά, μπάκαι τς’ τσακώσου τς’ κιαρατάδις.

Χούμα:

Χώμα.

Τι κατάλαβι κι αυτός; όλου δ’λειά δ’λειά, πιέθανι κι τούν ιέφαγι του μαύρου του χούμα.

Οχτος:

Χαμηλό ύψωμα γής για κεκλιμένες καλλιέργειες για να συγκρατείται το χώμα.

Ιέσπασι του κάρου κουντά στούν όχτο, τ’ άφ’κα αδικεί κι σκώθ’κα κι ιέφ’κα.

 

 

Ποδένου:

Φοράω παπούτσια.

Αϊτι πουδές’ να προυκάν’ς για τς’ δλειές γιατί του πάει για βρουχή.

Ρ’μάδ’:

Ερείπιο.

Πιέθαναν οι γουνίδεσ’τ κι του σπίτιτ’ς ιέγινε έρμου κι ρ’μαδιακό.

Ραγοβύζ’:

Πιπίλα.

Βάνε του ραγουβύζ’ στού μ’κρό, δε τ’ ακούς απ’ πλάνταξι;

Πράματα:

Τα αιγοπρόβατα.

Πάαινε να μάεις τα πράματα, κι κλείσι καλά την αμπάρα μη λακίσ’νε.

error: Content is protected !!