Ρούσα:

Κοκκινόξανθη προβατίνα. Η κοκκινομάλλα γυναίκα.

Σαν πήρα έναν κατήφορο, για δες, την άκρη το ποτάμι
και το ποτάμι, άντε ρούσα παπαδιά, και το ποτάμι ήταν θολό
και το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο
σέρνει λιθά , άντε ρούσα παπαδιά, σέρνει λιθάρια ριζιμιά

Στροφή απ’ το παραδοσιακό τραγούδι της ρούμελης

Ρούσα παπαδιά.

 

Ξαπόστασα:

Ξεκουράστηκα.

Ακούμπ’σα εδωϊάς λιγάκ’ κι ξαπόστασα, άϊτι να σκουθού γιτί ιέχου κι άλλες δλειές να φτιάσου.

Απόστασα:

Κουράτηκα.

Πιδάκι’μ απόστασα ούλ’ την νμιέρα μι τς’ δλειές, στέκα να ξαπουστάσου μια στάλα.

Πιτχιά:

Κομμάτι απ’ το στομάχι των κατσικιών για ζύμωση (πήξιμο) γάλακτος σε τυρί.

Μόφερες πιτχιά για να φτιάξω κανιά σφήνα τυρί;

Κιαρατάς:

Κερατάς.

Αϊτι κιαρατά ρουφιάνε, δι θα σι πιάσου στα χέρια’μ; θα ιδείς τι θα σι κάνου!

Ντορός:

Ιχνη ζώου στο χιόνι ή μαλακό χώμα.

Είιδα ντορό απο λαγό ιψέ στην αυλή, κάτσι να παραφ’λάξου μπάκι τούν πιάσου τούν κιαρατά.

Κρούτα:

Προβατίνα ή γίδα με κοντά κέρατα. Μειωτικά για γυναίκα με ελαττώματα.

Αι μαρή παλιοκρούτα! τι χαζαμάρες είνι αυτές απ’ λές;

Ήφεραν:

Εφεραν.

Τι μας ήφεραν αυτοίν στη γιουρτή; τίποτας! τίποτας δε θα τς’ πάμι κι μείς.

Γίνγκε:

Εγινε.

Αρέ τι γίνγκε ικείνου του πιδί; μπάκι άν’ξε η γής κι του κατάπ’χι;

Κουτσουκέρα:

Γίδα ή προβατίνα με το ένα κέρατο σπασμένο.

Πώς γίνκγε αυτήν κουτσουκέρα; μπάκαι ξιέρου;

error: Content is protected !!