Ασαλάητος:

Αυτός που δεν ακούει συμβουλές και κάνει του κεφαλιού του.

Τι να τ’ πείς, αφού είνι ντίπ ασαλάητος, άφκτουν κι κάνι τη δλειάς’

 

Τσιαλαφούτ’:

Παχύρρευστο βρασμένο πρόβειο γάλα, που συντηρείται σε ξύλινο δοχείο που μετά τοποθετείτε σε κρύο νερό. Το παρασκεύαζαν προς το τέλος του καλοκαιριού όταν το γάλα είναι αρκετά παχύ και πολύ πηχτό, στο γάλα αυτό γίνεται και κάποια ζύμωση.

Κορφίγκ’:

Το γάλα μετά την γέννα του ζώου, πίνεται βρασμένο και είναι αρκετά βαρύ για το στομάχι. Μεταφορικά για κάποιον που τρώει και πίνει μόνο εκλεκτά τρόφιμα και δεν συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερο.

Σα τι άλλου θέλ’ς να σ΄φέρου! ισένα μόνου κορφίγκ θα σι ταΐζουμι και την αθέρα.

Ζυγούρι, ζγούρ’:

Πρόβατο πού έχει ξεπεράσει τον πρώτο χρόνο.

Δεν ιέχου πουλλά πράματα, πέντ’,ιέξ’ αρνάδες κι τρία ζγούρια, άϊτι κι κανιένα βιτούλ’, αυτάνα μαναχά!

Απίτγιαγος:

Αχόρταγος.

Αγιέμ απίτγιαγους είσι! πως καταπαίν’ς ιέτ’ς; θα πνιγείς κανιά ουώρα.

Αξούργους:

Αξύριστος.

Πάλαι αξούργους είσι; αϊ σύρι να ξουρσ’τείς.

Αρνάδα:

Η προβατίνα που έχει χρονίσει, και είναι έτοιμη για αναπαραγωγή.

Ιέχου καμπόσις αρνάδες, οι δυο είνι στού μήνατ’ς.

Κυπρί:

Η μεγάλη χάλκινη κουδούνα που φορούν στα γίδια.

Αΐκσις τα κυπριά απ τα γίδια; άϊτι σύρι κι μάζιευτα, μ’ φένετι ουότ’ σαλάησαν απ’ την μάντρα.

Αλιά:

Αλί.

Αχ τι να πούμι κι τι να μουλουιήσουμι! αλιά απού μας να λές!

error: Content is protected !!