Κορύτος ή κορύτα:

Οι ταΐστρες και ποτίστρες των ζώων στα μαντριά και στάβλους. Φτιαγμένη απο ξύλο, πελεκούσαν μια κοιλότητα δέντρου, ώστε να μπορούν τα ζώα να τρώνε και να πίνουν. Μεταφορικά και για κάποιον που το μόνο που κάνει είναι να τρώει.

Πάλε στούν κουρήτου σε γλέπω; αΐ σήκου κι κάνε κανιά δλειά!

 

Κακαράντζα:

Οι κοπριές των αιγοπροβάτων.

Γιόμ’σι ου δρόμους σα πέρα σα πέρα κακαράντες, που να πατήεις!

Λάκ’σια, λακάω, λακίζω:

Τρέπομαι σε φυγή.

Μί πήρι στού κατόπ’ του σ’κλί κι λάκ’σια στούν κατήφουρου, πως δι τσακίσ’κα!

Αγκλίτσα, ή γκλίτσα:

Το μπαστούνι του βοσκού με την περίτεχνη λαβή.

Του χτύπ’σα του σ’κλί μι την αγκλίτσα κι λάκσιε σα κάτ.

Βετούλι:

Το κατσίκι πού έχει χρονίσει.

Μ’ όφιρι απ’ του χουριό ιένα κιλό βιτούλ’, κι δε μ’ άφκε να του πλιερώσου.

Γκιόσα:

Η μαύρη γίδα που έχει άσπρη κοιλιά.

Ιέχου τρείς γκιόσες μι τα βιτούλιατ΄ς.

Αποκόβω:

Οταν ενα ζώο απογαλακτίζεται.

Τ’ απόκοψα του κατσ’κάκ’ απ’ την γίδα κι θα του ταΐζω ιγώ.

Παίνια:

Παίνεμα.

Πήγα σπίτιτ’ς κι μ’ αρχίν΄σι τς’ παίνιες για τα πιδιάτ΄ς.

Τι σ’ θέλου:

Τι σου χρωστάω;

πές’μ τι θέλου για αυτά τα λιμόνια;

Βολά:

Φορά.

Μια κι δυο βολές πάϊεναμε για ξύλα; ολοένα μάζιεαυμε για τον χμειώνα για να μην ιέχουμι ανάγκ’.

error: Content is protected !!