Μαντανία:

Είδος σκληρού παπλώματος.

Σκιέπασι τούν γίκο μι μιά  μαντανία.

Αδετότε:

Ακριβώς τότε.

Αδετότες ήταν απ’ έχασμι τη γριά.

Αλαμανιάζω:

Αναστατώνω ή τιμωρώ κάποιον ανάλογα με τα συμφραζόμενα.

Είχι διν είχι, μ’ αλαμάνιασι χρουνιάρα μέρα.

Αλάνταβος:

Ατσαλος ή λαίμαργος ανάλογα με τα συμφραζόμενα.

Μη τρώς αλάνταβα πιδάκι’μ θα σ’ καθήσ’ στού λιμό.

Αμπίδσα:

Πήδηξα.

Τ’ αμπήδσε τ’ αυλάκ’ κι δεν ιέγεινι πατούρα.

Αμπούκα:

Μάγουλο.

Κόκκινες οι αμπούκες’τ απ τούν καθαρό αϊέρα.

Ανάγκασι:

Βιάσου.

Αϊτι ανάγκασι να προυλάβουμι τού πούλμαν.

Αντερώνομαι:

Τεντώνομαι.

Αϊ ντερώς’ να ξιπιαστείς π’ κμοιάσι ούλ’ την μιέρα.

Άντγην’:

Οχι ντυμένη.

Άντγην’ θα μ’ αφήξ’; ισιένα θα γιλάει ού κόσμους τόσα λπτά απ’ βγάεις.

error: Content is protected !!