Είδος σκληρού παπλώματος.
Σκιέπασι τούν γίκο μι μιά μαντανία.
Είδος σκληρού παπλώματος.
Σκιέπασι τούν γίκο μι μιά μαντανία.
Τρελλάθηκε.
Η κακομοίρα αλαλιάσκε σαν ιέμαθι ουότ’ σκουτώθκαν τα πιδιατ’ς.
Αναστατώνω ή τιμωρώ κάποιον ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Είχι διν είχι, μ’ αλαμάνιασι χρουνιάρα μέρα.
Ατσαλος ή λαίμαργος ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Μη τρώς αλάνταβα πιδάκι’μ θα σ’ καθήσ’ στού λιμό.
Πήδηξα.
Τ’ αμπήδσε τ’ αυλάκ’ κι δεν ιέγεινι πατούρα.
Μάγουλο.
Κόκκινες οι αμπούκες’τ απ τούν καθαρό αϊέρα.
Τεντώνομαι.
Αϊ ντερώς’ να ξιπιαστείς π’ κμοιάσι ούλ’ την μιέρα.