Ανάποδα.
Γύρνα τ’ απίστουμα μη κάν’ς μιτό.
Ανάποδα.
Γύρνα τ’ απίστουμα μη κάν’ς μιτό.
Σκονταύτω.
Απστομήθκα κι σκουτώθκα.
Ο αργοπορημένος.
Ξιέρ’ς τι αργουστόλ’ς είνι αυτός; πάλ’ θα τού χάσ’ τού πούλμαν.
Ασπρομάλλης.
Γιέρασις μαρή Τασιούλα, ντίπ βαμπακιέλα ιέγινι τού μαλλί’ς.
Γέμισε κοκκινίλες στο δέρμα, ή εξανθήματα.
Μι τσήμπσι ιένα κνούπ, κι τού βουρδάλιασι τού χέρι’μ.
Γίναμε.
Πώς γίιγκαμι ιέτσ’; ειμείς απ’ ούχαμι ούλα τα καλά!
Nα το νοιώσει, να το αισθανθεί.
Μ’ έγκιαξι τού κρύου, κλείσ’ τού παράθυρου.
Γαυγίζει, γριλίζει.
Τι γκλαφνάει τού σκλί ιέτ’ς ούλ’ την ώρα; μπάκαι γίν’ κανάς σεισμός;
Λιώνω.
Πρόσιξι λιγάκ’ θα μι γλιατσάεις’.