Κάποιος που ψάχνει συνεχώς.
Του βρήκις κι αυτό; ωρέ δε αφήν’ς σκατό παραχουμένου απ’ να μη τό’ βρ’ς!
Αδέξιος.
Τρύπια είν’ τα χέρια’ς κι σ’πέφνε τα πράματα καταής;
Δεν έχω καμιά δουλειά.
Τι γ’μάρια ιέχασα να πάου στού γάμου; μπάκαι μη κάλισι κανιένας;
Στα καλά καθούμενα.
Τι μι πιέρασις να πάου χουρίς να μι καλέσνε ιέτ’ς στ ξιρά γιμάτα;
Ναρκώνομαι από τον συνεχόμενο ύπνο. Μουστώνω, ζαλίζομαι από αναθυμιάσεις του μούστου.
Μου πήρες τα αυτιά.
Π’να μη σώεις μ’ πήρις την αναμέλα, μίλα λίγου σγότιρα.
Χαζολογάω ασκόπως.
Κατεύφκα κι πήγα στα μαγαζά κι χαζουπαζαρεύκα λίγου μιέχρι να ρθεί του πούλμαν να φύβγου για του χουριό.